Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Απόσπασμα | Ο επιβάτης | Γιώργος Γλυκοφρύδης


9 Νοεμβρίου 1989.
A tribute to the beginning of the end.



1965.

Μια οικογένεια διαλύεται προσπαθώντας να αποδράσει από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο.



«WANSEE.

[….]

«Eύα….» είπε σιγά ο Τζον στη γυναίκα του.

«Ναι».

«Δεν σε είχα φέρει ποτέ βαρκάδα εδώ για να ακούσουμε μαζί την ΄Αρια, ε ;»

«΄Οχι, Τζον, ποτέ».

«Δεν πειράζει. Σ΄έφερα μια και καλή».

Ο Πήτερ ακούγοντας τον πατέρα του χαμογέλασε, καθώς μέσα στο μυαλό του άκουγε και το τσέμπαλο, το μοναδικό όργανο εκείνης της μουσικής που τους κύκλωνε από παντού. Κι ήταν σαν να τα αγκάλιαζε όλα, προστατεύοντάς τα απ΄όλους τους κινδύνους. Εκείνον, τους γονείς του, το μερικών μηνών βρέφος, τη μικρή σκουρόχρωμη βάρκα τους, τη λευκή ομίχλη, το μαύρο νερό και τον ανύπαρκτο ορίζοντα.

«Πού είμαστε, Τζον; Φτάνουμε;»

Η μουσική χάθηκε ακαριαία. Κι όλα πήραν πίσω τα ελάχιστα χρώματά τους. Και το περιβάλλον ανέκτησε τους μηδαμινούς ήχους του μαζί με τις περιορισμένες δυνατότητές του.

[…]

«Είσαι εντάξει, Τζον;»

«Ναι, είμαι μια χαρά …»

«Δεν βλέπω τίποτε, Τζον».

«Ούτε εγώ, Εύα, ούτε εγώ, αλλά πάμε καλά. Είμαι σίγουρος».

Το λευκό φως έπεσε ξαφνικά εκτυφλωτικό. Ακριβώς από πάνω τους. Και κανείς τους δεν πρόλαβε να σκεφτεί κάτι. Απλώς αντέδρασαν με όσους συνειρμούς είχαν απομείνει ενεργοί.

Ο Πήτερ κοίταξε την αποκάλυψη που συνέβη εμπρός του χωρίς να αλλάξει στάση. Το χάρτινο σύννεφο του χάιδευε τα μάτια.

Ο Τζον έσκυψε προς την Εύα καθώς εκείνη έβγαλε μιαν άναρθρη κραυγή, αρπάζοντας στην αγκαλιά της το βρέφος, που όλη αυτήν την ώρα κοιμόταν στο βάθος της βάρκας ανάμεσα στα πόδια της.

«ΑΛΤ!».

΄Ενα ατελείωτο δευτερόλεπτο.

«ΑΛΤ ! ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΑΜΕΣΩΣ ΤΩΡΑ ! ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ, ΑΛΛΙΩΣ ΠΥΡΟΒΟΛΟΥΜΕ ! » ξεφώνισε ένα αόρατο μεγάφωνο.

Ο Τζον για κάποιον άγνωστο σ΄αυτόν λόγο είχε σταματήσει να καταλαβαίνει γερμανικά.

«Τζον! Τζον, για όνομα του Θεού ! Για όνομα του Θεού, Τζον !» ούρλιαξε η Εύα.

Ο Πήτερ έστρεψε το βλέμμα του στο κέντρο του λευκού φωτός χαμογελώντας εκστασιασμένος και διέκρινε το κέντρο της εκτυφλωτικής λάμπας του αντιαεροπορικού προβολέα, που είχε φωτίσει τα πάντα γύρω τους. Δύο δευτερόλεπτα μετά χαμήλωσε τα μάτια του και κοίταξε γύρω τις ακτές της λίμνης που φαίνονταν καθαρά.

«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΑΜΕΣΩΣ ΤΩΡΑ ! ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ !».

Δύο πυροβολισμοί ακούστηκαν και χάθηκαν αντηχώντας.

Ο Τζον γύρισε ξανά μπροστά του κι έπεσε με όλη τη δύναμή του στα κουπιά.

Η Εύα έπεσε πάνω στο βρέφος καλύπτοντάς το ολόκληρο με το σώμα της.

Ο Πήτερ έμεινε στην ίδια θέση κοιτώντας το κέντρο του προβολέα.

Ο ήχος του πολυβόλου που ξεκίνησε ήταν σταθερός, βαρύς και ίσιος. Με μια γκρι θαμπή συχνότητα για κάθε βλήμα που έφευγε από τη δεσμίδα του. Ξεκούρδιστο, αλλά σταθερό «λα» μπότας από σύνολο κρουστών κάποιας ορχήστρας με αξύριστους κακοντυμένους μουσικούς.

Η Εύα ένιωσε απανωτές σουβλιές στην πλάτη, καθώς τέσσερα βλήματα μπήκαν από τα πλευρά της κι αφού τα έκαναν κομμάτια, έσκασαν στην αριστερή πλευρά της βάρκας, διαπερνώντας κι αυτή, και κατέληξαν στο νερό δημιουργώντας μικρούς ψηλούς μαυροκόκκινους πίδακες. Ξεψύχησε με το αίμα να κυλά απ΄το μισάνοιχτο στόμα της. Μόλις που πρόλαβε ο άγγελος που την παρακολουθούσε μέρες τώρα να πάρει την ψυχή της, μήπως και την πάρει κανένας άλλος.

Ο Τζον συνέχισε να τραβά κουπί με όση δύναμη του είχε απομείνει.

Ο Πήτερ συνέχισε να κοιτά τον προβολέα.

Το πολυβόλο ησύχασε αχνίζοντας για δυο δευτερόλεπτα.

Η βάρκα με ελαφρά ανασηκωμένη την πλώρη τραβούσε για την απέναντι πλευρά.

Το πολυβόλο άρχισε πάλι. Αυτήν τη φορά τα βλήματα διέσχισαν την απόσταση από την κάννη του όπλου μέχρι τη βάρκα, για να χωρίσουν το ελαφρύ ξύλινο σκάφος στα δύο, καθώς το διαπέρασαν από τη μια κουπαστή ως την άλλη, σκίζοντας την  καρίνα σε απόλυτη ευθεία, σχηματίζοντας εξαίσιους διάφανους στροβίλους, καθώς έφευγαν για τον μαύρο πάτο του βυθού.

Ο Τζον έπεσε στο νερό τραβώντας τον Πήτερ απ΄τον σβέρκο. ΄Ενα δευτερόλεπτο μετά τον έπιασε απ΄τα μαλλιά, ενώ κολυμπούσε προς την απέναντι πλευρά.

Το πτώμα της Εύας κύλησε στο νερό κι έμεινε στην επιφάνεια της λίμνης, με το πρόσωπο μέσα και τα τρύπια πλευρά στον αέρα. Με τις τέσσερις μαυροκόκκινες οπές εισόδου των βλημάτων να ξερνάνε όσο αίμα είχε απομείνει μέσα στο νεκρό σώμα.

Το μισό της βάρκας, από τη μέση του σκάφους μέχρι την πρύμνη, επέπλεε ακυβέρνητο, ενώ το ελαφρύ κύμα που είχε προκαλέσει ο προηγούμενος χαλασμός το έσπρωχνε προς τα πίσω.

Το πολυβόλο είχε ήδη σταματήσει.

Ο προβολές δε χρειάστηκε να κουνηθεί καθόλου για να ακολουθήσει τα δύο κεφάλια που κολυμπούσαν απεγνωσμένα προς την αντίπερα όχθη, κάνοντας θόρυβο κι αφρούς.

Ο Τζον δεν κράταγε πια τον Πήτερ απ΄τα μαλλιά, γιατί ο Πήτερ κολυμπούσε κανονιά και γρήγορα. Χωρίς ανάσα και χωρίς να ξέρει πώς. Σαν κάποια άγνωστη δύναμη να τον έσπρωχνε προς τα εκεί που πήγαινε ο πατέρας του.

΄Ενα ελαφρύ οπλοπολυβόλο ξεκίνησε τώρα στη θέση του προηγούμενου πολυβόλου. Και ήταν πολύ πιο ταχύ. Ο επαναλαμβανόμενος απόλυτα ρυθμικός ήχος του μοιραζόταν σε ομάδες από ξερούς κρότους. Καθόλου θαμπούς αυτήν τη φορά. Οι σφαίρες που βουτούσαν στο νερό, σχηματίζοντας λεπτές ελικοειδείς διαδρομές που έσβηναν μ΄ένα πνιχτό σφύριγμα στο τέλος.

Ο Τζον στιγμιαία νόμισε ότι είδε ανθρώπους στην απέναντι ακτή. Περιμένουν απέναντι… αλλά κι αυτό δεν ήταν ακριβώς σκέψη. Μάλλον ήταν αυό που ρύθμιζε την κυκλοφορία του αίματος στους μυς των ποδιών και των χεριών. Γύρισε και κοίταξε τον Πήτερ. Κολυμπούσε άτσαλα. ΄Εμενε πίσω. Η προηγούμενη αόρατη δύναμη τον είχε εγκαταλείψει. Ο Τζον έκανε μια στροφή κι άρπαξε τον Πήτερ απ΄το χέρι. Ξανάκανε στροφή προς τα εμπρός και συνέχισε την πορεία του.

Προστέθηκε και δεύτερο οπλοπολυβόλο. Οι ριπές έπεφταν ασύγχρονες, με διαλείμματα δευτερολέπτων μεταξύ τους. Οι σφαίρες τους κυνηγούσαν σε ομάδες. Μια ομάδα βούταγε μπροστά τους. Μια άλλη πίσω τους. Και άλλη μια δίπλα τους ακριβώς. ΄Αλλες δεξιά κι αριστερά τους. Ακόμη κι ανάμεσά τους.

Ο Τζων ένιωσε ότι κάποιος τον κλότσησε με δύναμη στον δεξιό ώμο. Το χέρι του κρεμάστηκε ανεξέλεγκτο στο νερό. ΄Εστρεψε το βλέμμα του στον Πήτερ.

Ο Πήτερ πνιγόταν. Με μικρές ασθματικές ανάσες μέσα από άναρθρες λέξεις και λυγμούς.

Τα δύο οπλοπολυβόλα σταμάτησαν ταυτόχρονα.


Από το βιβλίο Ο επιβάτης , εκδόσεις "Νεφέλη"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου