Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Ούτε σήμερα | Αμαλία Διακάκη


Ξεχνάω
Γιατί είναι ο μόνος τρόπος για να επιβιώσω 

Η αγανάκτησή μου
Είναι απλώς ένα ακριβό αστείο μήπως και τους πείσω
Μήπως με πείσω πως υπάρχουν πράγματα
Όπως εκείνο το
Πως το λένε
"Καινούρια αρχή"
Που λένε και ξαναλένε στα άρθρα και στις καφετέριες
Ενώ μιλάνε μεταξύ τους ενώ δεν λένε τίποτα
Εγώ;
Εγώ πιάνομαι από τα πιο όμορφα πράγματα
Που τυχαίνει να είναι και τα πιο θανατηφόρα
Δε βολεύομαι με μέτριους οργασμούς
Δεν υπάρχω για το ίσως
Υπάρχω για το ναι ή για το όχι
Ζω για την κίνηση
Κανείς δεν το ξέρει
Όμως κάθε φορά που ταξιδεύω
Απλώς το κάνω για να ζήσω
Για να μην είμαι από εκείνες τις ποιήτριες
Που εισέπνευσαν αέρια από τους φούρνους τους σπιτιού τους
Τώρα κατάλαβες γιατί τρελαίνομαι όταν κάποιος τολμά να μου κάνει ερωτήσεις
Όπως γιατί πάλι εισιτήρια
Όπως γιατί θέλω να φύγω κιόλας
Βρήκα ένα πάθος
Και θα ζήσω για αυτό
Όποιος θέλει ακολουθεί
Αν και δεν χρειάζομαι κανέναν
Επιλέγω τη συντροφιά μου σήμερα
Και αύριο επιλέγω διαφορετική
Μεθαύριο φεύγω
Για 24 ώρες θα είμαι μόνη
Και την Παρασκευή θα πάω πάλι κοντά σε ανθρώπους
Όλα ξεκινούν από αυτό:
Νιώθω μόνη συχνά
Και είναι απαίσιο να νιώθεις μόνος ενώ πίνεις καφέ δίπλα σε κάποιους
Τίποτε δεν ξεκινάει
Τίποτε δεν τελειώνει
Κάθε μέρα είναι απλώς μια συνέχεια
Κάθε μέρα είναι μια ακόμη μέρα πιο κοντά στο θάνατο
Δε θυμάμαι ποιος το είχε γράψει
Αλλά είχε γαμημένα δίκιο
Αν και άργησα πολύ για να το καταλάβω
Είχε
Αν και κάνω πράγματα κάθε μέρα για να ζήσω
Καπνίζω πολύ
Λατρεύω τους εθισμούς
Εκείνα τα λεπτά μετά τη στέρηση
Είναι σίγουρα τα ωραιότερα λεπτά που μπορεί να ζήσει κάποιος
Ζω από τις θανατηφόρες ουσίες που εισχωρώ στο σώμα μου
Όπως ζω από τις εμπειρίες μου
Και τις έχω κορνίζα κάθε μέρα απέναντι από το κρεβάτι μου
Για να μην ξεχάσω
Πόσο χαρούμενη ήμουν
Πόσα δάκρυα έπεσαν εκείνες τις στιγμές
Πόσους παλμούς ανέβασα
Πόσα άραγε ήταν τα χιλιόμετρα που περπάτησα
Και πόσες συμβουλές πήρα από άγνωστους ανθρώπους
Πόση ομορφιά είδαν τα μάτια μου
Πόση ευγνωμοσύνη ένιωσα
Πόσο δεν πρέπει να ξεχάσω

Όταν μένεις μόνος
Δεν μπορείς να κρυφτείς κάτω από τις κουβέρτες σου
Είσαι εκεί
Και σε κοιτάς όπως ποτέ άλλοτε
Και σε ακούς
Ακούς ακόμη και την ανάσα σου
Και τρομάζεις
Και φωνάζεις κάποιον να σου ράψει ρούχα γιατί νιώθεις γυμνός απέναντι στο ίδιο σου το δέρμα
Και το κάνει
Και το κάνει καλά
Όμως μετά καταλαβαίνεις
Πως κανένα ύφασμα δεν πρόκειται να σε κρύψει από εσένα
Μόνο εσύ είσαι
Κανένας άλλος
Και αν θέλεις πράγματι κάποιος να κοιμηθεί καλά στο κρεβάτι σου
Κοίτα να έχεις κάνει τη σωστή προετοιμασία
Γιατί εσύ είσαι εκείνος που θα κοιμάται δίπλα του

Πρόσφατα μίλησα με κάποιον
Ήθελα να μιλήσω
Θέλω να μιλάω
Θέλω να με ακούν
Μου λείπουν οι συζητήσεις με ανθρώπους
Όπως μου λείπει να μοιράζομαι αγάπη
Είχα τόσο καιρό να γράψω
Δεν ξέρω καν τι γράφω πλέον
Νιώθω ακατανόητη
Μάλλον επειδή κουράστηκα να εξηγώ
Πιστεύω πως οι άνθρωποι ακούν αυτό που θέλουν οι ίδιοι να ακούσουν
Ως άμυνα προς τα συναισθήματά τους
Που τα νιώθουν να τρέχουν προς το μέρος τους σαν λυσσασμένα σκυλιά
Εκεί λοιπόν κατάλαβα πως ούτε σήμερα ακούστηκα
Όμως τα γράφω αυτά επειδή καταλαβαίνω
Σε καταλαβαίνω
Και όταν κάποιος τυχαίνει να καταλαβαίνει κάποιον
Ένα βλέμμα συμπόνιας είναι αρκετό
Ώστε να αποτρέψει τον άλλο
Να πνιγεί με τα ίδια του τα χέρια
Και αυτό είναι ό,τι πιο σημαντικό έγραψα απόψε


Νομίζω έχω καταλήξει:
Η αγανάκτηση και η ανακούφιση
Δεν είναι τυχαίο που έχουν τις ίδιες συλλαβές

 A Iraqi girl in an orphanage - missing her mother so she drew her and fell asleep inside her.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου