Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Άτιτλο | Γωγώ Λιανού

Αγάπησα τα θερινά σινεμά κι ήταν καλή η ταινία.
Μα πιο πολύ αγάπησα την κρύα νύχτα,
του ασθενοφόρου τις κραυγές
κι ήμουν σε ετοιμότητα για να ‘ρθουν να με πάρουν
και μια σηκωνόμουν, μια καθόμουν.
Το μαγαζί στο βάθος που το λέγανε έτσι ή έτσι.
Κι όπως κοιτούσαν όλοι μπροστά,
σκοινιά τους στήσανε το κεφάλι,
ούτε λεπτό δεν τρόμαξα.
Να ξέρεις.
Ούτε λεπτό.
Και λυπάμαι, πόσο λυπάμαι,
για τα χαμένα νιάτα της μάνας μου.
Πιο πολύ για τα παιδιά που φωνάζουν
και ποτέ δεν παίρνουν αυτό που θέλουν.
Κι έχουν απέναντι, τους ΜΠΛΕ
που ‘ναι στα όπλα βουτηγμένοι,
που ‘ναι στους τοίχους στοιβαγμένοι.
Μα τα παιδιά δεν κάνουν πίσω.
Και τότε χαίρομαι που ‘ναι με θάρρος προικισμένοι.
Δεν είναι το θάρρος τελικά, είναι η ψυχή.
Κι ούτε είναι η ψυχή.
Είναι η άποψη, η γνώση.
Κι εγώ σου λέω χαίρομαι.
Και δεν σ’ είχα στο νου μου γιατί δεν μου ‘λειψες.
Μόνο που, κάπου-κάπου,
γέμιζαν τα μάτια μου περίεργα υγρά
που ‘χα καιρό να δω.
Και δεν τα σκούπισα.
Τ’ άφησα να τρέξουν γιατί έγινε ζεστή η νύχτα.
Κι έβγαλα τα ρούχα μετά.
Κι έκανα κόλπα και τερτίπια να τους διασκεδάσω.
Κι ήταν μια μέρα που πόνεσα πολύ.
Γιατί, έλειπα καιρό.
Και δεν αναρωτήθηκε κανείς πως ήμουν.
Και πόνεσα ξανά.
Κι ήταν βαρύ γαμώτο
και δεν ήθελα να τους ξαναδώ.
Εκείνο το σπίτι στην οδό Πλάτωνος.
Εκείνο το σπίτι.
Τόσα βράδια, ούτε ξέρω πως πέρασαν.
Κι είναι πολλά γιατί άλλαξε ο χρόνος.
Αγάπη μου.
Αγάπη μου, δεν θα ‘ρθω.
Να μη με περιμένεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου