Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Ο παππούς με την τραγιάσκα | Νίκος Γιαμπολδάκης

Κούμπωσε και το δεύτερο μανικετόκουμο. Μια μάλλινη ανοξιάτικη ζακέτα από πάνω, και τι μένει? Μια λαμπάδα. Είχε τέσσερις στο τραπέζι, δίπλα τους και τέσσερα ποτηράκια το ένα μέσα στο άλλο για να μην στάζει το κερί. Το πρώτο ήταν λίγο φθαρμένο, το έβγαλε και πήρε το δεύτερο. Πήρε και μια λαμπάδα, πήρε και την αλλεργία του και έφυγε πρώτος απ’ όλους και μόνος για τον λιβανισμένο, και γι’ αυτό ερεθίζων τη μύτη, χώρο της εκκλησίας. Πήρε και χαρτομάντηλα.

Οι ψαλμωδίες ακούγονταν από τον δρόμο. Ζεστές και όμορφες. Μπήκε. «Γιατί χωρίζονται σε γυναίκες και άντρες;». Πήγε αριστερά, στους άνδρες. Τρεις ή τέσσερις κυρίες είχαν την ίδια απορία με αυτόν, και δίχως να βρουν πειστική απάντηση, είχαν κάτσει κι αυτές αριστερά. 

Δεν ήθελε καρέκλα, ούτε και να καθίσει. Ένα στασίδι θα ήταν αρκετό, για να μπορεί να στηρίζει και τα χέρια του, ή να γέρνει την πλάτη του. Τον κουράζει η στάση προσοχής. Επιπλέον, το στασίδι τού έδινε έναν δικό του χώρο, και στεκόμενος όρθιος θα τους έβλεπε όλους καλύτερα. Ξεκίνησε με τα γνωστά πρόσωπα.

Μπροστά μπροστά εντόπισε στη συνήθη ασυνήθιστη στάση το παλικαράκι από την ψυχιατρική μονάδα της γειτονιάς. Εξέπνεε σεβασμό. Δεν μπορεί να προσδιορίσει την ηλικία του βέβαια, το «παλικαράκι» ίσως να είναι και χαϊδευτικό τελικά. Μοιάζει στα 27, αλλά μοιαζει στα 27 εδω και καμιά δεκαετία που τον βλέπει έξω από το σπίτι στο δρόμο. Δεν γίνεται να μη μεγαλώνει, αλλά δεν μοιάζει και 37. Τον προστατεύει η αθωότητα ίσως. Εκείνη την ώρα, λοιπόν, είχε γυρίσει να πει μια κουβέντα στον άνθρωπο που καθόταν πίσω του. Ήταν κι αυτός τρόφιμος; Μπορεί. Μπορεί απλά να συνέβει κάτι που απαιτούσε σχολιασμό. Πάντως οι δυο τους είχαν κάτσει στην πλάτη του αριστερού ψαλτηριού, θέση από την οποία μπορούσαν να διακρίνουν τις λεπτομέρειες του τέμπλου. Τόσο μπροστά. Σαν να ήθελαν να φτάσουν όσο πιο κοντά στο Θεό μπορούσαν.

Πριν λίγο είχε μπει, και πλέον, προσκυνήσας τις εικόνες, στεκόταν όρθιος δίπλα στον κεντρικό διάδρομο, ο Στέφανος, που μένει δίπλα στον κεντρικό δρόμο. Παλιότερα δεν τον ήξερε, απλώς τον έβλεπε συχνά στη γειτονιά. Η συμπάθεια, όμως, γεννήθηκε όταν για μια περίοδο τον πετύχαινε συνεχώς όταν έβγαζε βόλτα τον σκύλο. Την αγαπούσε – τολμώ να πω πως όντως το ένιωθε – ο Στέφανος τη σκυλίτσα. Σε μια τέτοια βόλτα έμαθε και πού μένει ο αλλοδαπός, Αλβανός μάλλον, 40άρης, αφού τον είδε να ξεκουράζετε στο μπαλκόνι του. Μια άλλη φορά, παραδόξως, τον πέτυχε μέσα στη δική του πολυκατοικία, να συζητά μια δουλειά με την ένοικο του διαμερίσματος στον 1ο. Οικοδόμος το επάγγελμα, λοιπόν, και από το «γεια σου Στέφανε» της νοικοκυράς, ανακάλυψε και το όνομα. Τα ήξερε, πλέον, όλα γι εκείνον, εκτός από το γιατί χαμογελούσε πάντα και πώς ήταν αυτό το χαμόγελο τόσο αληθινό. Είτε σου μιλούσε, είτε χάιδευε το σκυλί, είτε σε έβλεπε από το απέναντι πεζοδρόμιο. Τα πρωινά, όταν ακόμα πήγαινε σχολείο, αναζητούσε να τον πετύχει κάπου για να βελτιωθεί η δική του διάθεση. Ήταν κι ο Στέφανος, λοιπόν, εκεί, στην εκκλησία. Χτενισμένος, προσεγμένος, με λαμπάδα και χαμόγελο.

Τέλος, μαζί του είχαν κατεβεί προς την εκκλησία ο οδηγός του αστικού με την κόρη του. Πολύ επίσημα ντυμένοι, όμορφα ντυμένοι. Ήθελαν να νιώθουν επίσημοι, σοβαροί. Όλοι έτσι θέλουν να νιώθουν τέτοιες ημέρες. Πατέρας και κόρη μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, δεν τους είχε ξαναπροσέξει από τόσο κοντά. Στο οβάλ σχήμα κεφαλιού τους ξεχώριζαν οι δύο μεγάλες μύτες, σαν να αντέγραψε κανείς εκείνη του πατέρα στο πρόσωπο της κόρης. Δεν ήταν άσχημες όμως. Σε προκαλούσαν να τους προσέξεις και υποβαστάζουσες δύο όμορφα και αγνά χαμόγελα, σε παρακινούσαν να τους συμπαθήσεις τελικά. Έκατσαν με τους άνδρες, σε δύο καρέκλες, και λίγα λεπτά μετά σηκώθηκαν και γρήγορα γρήγορα κατέστρωσαν ένα σχέδιο για να προηγηθούν στο «Δεύτε λάβετε φώς», έναντι των αργοπορούντων εξάλλου ηλικιωμένων.

Όλους κι όλους αυτούς γνώριζε. Άντε και το παπαδάκι, γνωστή φιγούρα από τα χρόνια του στο σχολείο. Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ήταν, βλέπεις, μόλις το τέταρτο Πάσχα που δεν φεύγει απο τη Θεσσαλονίκη, και το πρώτο που προσέρχεται να μάθει τη χαρμόσυνη είδηση της Ανάστασης στη συγκεκριμένη εκκλησία. 

Μια εικόνα διέκοψε τις σκέψεις του, που πρώτες είχαν διακόψει το παιχνίδι του. Ένας κύριος, νέος, όχι πάνω από 45, φαλακρός, ο μόνος με γένια, έστω τριμμαρισμένα. Όλοι οι υπόλοιποι ήταν φρεσκοξυρισμένοι, σχεδόν έβλεπες τον ερεθισμό σε κάποιους. Ο αξύριστος κύριος, Χρήστο τον ονόμασε, ήταν πάντως πολύ σοβαρός μέσα από τα γυαλιά του. Το κουστούμι έμοιαζε να έχει πάρει τη φόρμα του, οπότε ίσως να το φοράει συχνά. Ένας ιδιώτης επιχειρηματίας ίσως, παρέχων κάποια σπουδαία υπηρεσία. Έβαζες στοίχημα πως έχει γραφείο. Ύστερα κοίταξε το γυμνό από ύφασμα, αλλά όχι από οτιδήποτε, καρπό του. Γύρο από αυτόν είχε ταιριάξει αρμονικά ένα μεγάλο κομποσκοίνι. Όλα ταίριαζαν σε αυτόν τον άνθρωπο, που κοιτούσε προς τους ψάλτες υπομονετικά.

Δίπλα του ένας παππούς, που φορούσε το παντελόνι ως τον αφαλό. Κοιτούσε ευθεία μπροστά, χωρίς να προσπαθεί – το λιγότερο – να ακούσει και να καταλάβει γρι από όσα ψέλνονταν εκείνη την ώρα. Τουναντίον, ο παππούς άλλαζε συνεχώς χέρι τη λαμπάδα του, και αγωνιούσε για το Άγιο Φως.

Πίσω από αυτόν έτερος παππούς, καθισμένος σε καρέκλα. Ψηλός, με αραιώση των λευκών μαλλιών στο πάνω μέρος του κεφαλιού, τετράγωνα γυαλιά και έντονα μαύρα φρύδια. Είχε νεανικό βλέμμα αλλά ζαρωμένους λοβούς. Έμοιαζε μόνος. Πέντε λεπτά μετά, μια γυναίκα – κόρη ή νύφη του – του έφερε τις δύο εγγονές του, στολισμένες, με τα φιογκάκια και τα φορεματάκια τους, και τις ροζ λαμπαδίτσες. Ανεθάρρη ο παππούς. Γιώργο τον ονόμασε. Τις πήρε αγκαλιά, τη μία στο ένα πόδι, την άλλη στο άλλο και τις φιλούσε διαδοχικά. Ύστερα η μία βαρέθηκε και απέδρασε. Η εναπομείνασα είχε την τύχη να μάθει από τον παππού Γιώργο τα μυστικά της λειτουργίας για τα οποία τόση απορία είχε!

Τα φώτα της εκκλησίας έσβησαν, το Άγιο Φως διαδόθηκε, τα φώτα άναψαν. Ύστερα άναψαν και τα φώτα στην εκκλησία. Ο κλήρος εξήλθε ψέλνοντας, ήταν τόσο όμορφο να τους βλέπει. Ήξερε ότι οδεύουν έξω να αναγγείλουν την Ανάσταση του Χριστού στους ενορίτες, που επίσης γνώριζαν τι περίμεναν να ακούσουν. Όμως κάθε φορά είναι όμορφο. Είναι τόσο γοητευτική αυτή η προσδοκία, τόσο γοητευτικά τα νεαρά εικοσι...άχρονα πρόσωπα που συνόδευαν τον παπά, ψέλνοντας χαμογελαστά από ευτυχία.

Εκείνος περίμενε να βγει όλη αυτή η ουρά κόσμου και ύστερα να το κάνει και ο ίδιος με τη σειρά του. Ομοίως και άλλοι έμεναν ακόμα στην εκκλησία, είτε από επιλογή είτε από αδυναμία εξόδου. Καλή του ώρα εκείνου του παππού στα δεξιά του. Στεκόταν όρθιος σε παραδιπλανό στασίδι, τα χέρια του έτρεμαν, παρασύροντας στον ίδιο ρυθμό και τη λαμπάδα που κρατούσε. Τρίχες στα αυτιά, ζάρες στη φαλάκρα, και εξαντλημένο πρόσωπο. Ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία. Δεξιά, στην πλάτη του στασιδίου, είχε κρεμάσει ευλαβικά την γκρι τραγιάσκα του. Πάντα λάτρευε τις τραγιάσκες και λάτρεψε και τον παππού, που μάλλον ζούσε ένα από τα τελευταία Πάσχα της ζωής του. Αλλά τι πειράζει; Εξάλλου θα είχε ζήσει λογικά πολλά Πάσχα στο παρελθόν και σε όλα συμβαίνει το ίδιο. Τι πειράζει, αναρωτήθηκε.

-Πειράζει, είπε στον εαυτό του. Ας ζήσει κι άλλο ένα, να δει όσα είδα και παρατήρησα κι εγώ. Να χαρεί με τους ανθρώπους. Να πάρει ελπίδα, να πάρει το φως, είτε από τον παπά, είτε από άλλον πιστό, είτε από μέσα του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου