Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Ούρλιαξέ το | Νίκη Συρίγου

Έχεις νιώσει ποτέ σου σωματικά, πνευματικά μα, κυρίως, ψυχικά κουρασμένος; Έχεις νιώσει κορεσμένος από πόνο; Κορεσμένος από «κενό» σε σημείο που κι εσύ ο ίδιος να ξαφνιάζεσαι που καταφέρνεις και στέκεσαι ακόμη όρθιος; Έχεις νιώσει να είσαι ανάμεσα σε κόσμο και το μόνο που έχεις πραγματικά ανάγκη να κάνεις είναι να τρέξεις μακριά; Να θέλεις να ουρλιάξεις τόσο μα τόσο δυνατά, ως εκεί που δεν πάει, μέχρι να κλείσει η φωνή σου αλλά αντί αυτού με κόπο να συγκρατείς τα δάκρυά σου και να πνίγεις εσωτερικούς αναστεναγμούς που δε μπορούν να βγουν προς τα έξω και ν’ ακουστούν, όταν είσαι περιτριγυρισμένος από κόσμο, διότι γνωρίζεις πολύ καλά ότι δεν μπορούν όλοι να σε καταλάβουν;
Έχεις αισθανθεί ποτέ σου να πονάς αλλά να «πρέπει» να φαίνεται ότι όλα κυλούν «κανονικά», «φυσιολογικά»; Να φαίνεσαι ότι είσαι καλά; Να φαίνεσαι, μα όχι και να είσαι. Σού έχει συμβεί; Σού έχει συμβεί άθελά τους -ή κι όχι- οι άνθρωποι γύρω σου να σε βαρούν δίχως να καταλαβαίνουν πόσο πιο κάτω σε στέλνουν; Σού έχει τύχει να θες να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, να θες να είσαι καλά αλλά να μη μπορείς, να μη σ’ αφήνουν και να μη μιλάς, όχι γιατί είσαι δειλός ή αδύναμος, για να το κάνεις, αλλά γιατί ξέρεις εκ των προτέρων ότι δεν έχει νόημα, δεν ωφελεί ν’ ανοίξεις την Ψυχούλα σου στον πρώτο τυχόντα;
Σού έχει συμβεί να νιώθεις να λυγίζεις, να βάλλεσαι, να σε κτυπούν από παντού; Να παρακαλάς να τελειώσει η μέρα; Να αισθάνεσαι ότι δε μπορείς να υπομείνεις τίποτε παραπάνω;
Σού έχει τύχει να είσαι και να δείχνεις χάλια αλλά οι άλλοι να μη δίνουν καμιά σημασία; Να θέλουν ν' ασχοληθείς μαζί τους. Απλά και μόνο. Την στιγμή που εσύ δε μπορείς ν’ ασχοληθείς με τον ίδιο σου τον εαυτό. Την στιγμή που δεν ξέρεις τι θέλεις. Την στιγμή που παλεύεις να βρεις τον εαυτό σου. Να είσαι μια στα πάνω σου και μια στα κάτω σου. Να μην μπορείς να ορίσεις την ψυχολογία σου. Να μην μπορείς να ορίσεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Να μην μπορείς να συνυπάρξεις στον ίδιο χώρο μ' άλλους ανθρώπους. Να νιώθεις να πνίγεσαι ακόμα και μέσα στο ίδιο σου το σώμα αλλά παρ’ όλα αυτά να είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις. Να είσαι αναγκασμένος ν' ανέχεσαι την ηλιθιότητα γύρω σου. Να σού λένε και να σού λένε. Διάφορα. Αδιάφορα. Κι αντί να βρίζεις, να είσαι υποχρεωμένος να χαμογελάς.
Σού έχει τύχει να θέλεις να ουρλιάξεις, να πεις ένα «άντε και γαμήσου» και, όταν, τελικά, όντως, το κάνεις, να νιώθεις, πως έτσι παίρνεις ανάσα;
Ή, μήπως, ακόμα το κρατάς βαθιά μέσα σου;
Κι, αν, όντως, το κρατάς μέσα σου, γιατί δεν το βγάζεις προς τα έξω; Έτσι ρε παιδί μου… Για να νιώσεις κι εσύ λίγο καλύτερα…


“Η Κραυγή” του Edvard Munch 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου