Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Νύχτες Χωρίς Παραμύθι και Καληνύχτα | Όμικρον Μι

Σκέψου να γεννιέσαι
τη νύχτα που εγώ θα πεθαίνω
Να μην συναντηθούμε ποτέ
Ένα ταξίδι για τη Χώρα του Ποτέ
Χίλια χρόνια μετά
από 'κείνο το πρωινό
που τυχαία [δεν] συναντηθήκαμε

Γέρος πια και πρεζάκι
ο Πίτερ
Τα χαμένα παιδιά,
στα χαμένα και στα ψυχοφάρμακα
Η Τίνκερμπελ
ποιήτρια
αυτοεξόριστη στο Παρίσι
Θυμάσαι τους ινδιάνους;
Τους έφαγε όλους ο Τζον Γουέιν
Κι αν του ξέφυγαν κανά δυο,
έγιναν μετανάστες
Τους μεταφέρει ο Κάπτεν Χουκ
στο αμπάρι του
Έμπορος όπλων,
και διακινητής ψυχών
Μένει μόνο η Γουέντι
που έγινε πόρνη,
για τους καραβανάδες της  FRONTEX
που περιπολούν στα σύνορα
ανάμεσα στην πραγματικότητα
και την ελευθερία

Τι καφέ ήπιες εκείνο το πρωί;
Δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω
και δεν πρόλαβες να με αρνηθείς

Κάθε δεκαοκτώ χρόνια
ένα λουλούδι,
ένα μοναδικό λουλούδι,
πεθαίνει σε κάποιο μικρό πλανήτη
Η Αλεπού το ήξερε αυτό
χωρίς να το βλέπει

Τι έπινες εκείνο το βράδυ;
Δεν σου μίλησα ποτέ
Έπαιρνα το τελευταίο τρένο
και συ στεκόσουν στην απέναντι αποβάθρα

Πως είπαμε τ' όνομα σου;
Εγώ να σου πω την αλήθεια μου,
δε θυμάμαι πια καθόλου
πως με λένε

Θυμάμαι μόνο πως μοιάζω
Κουρασμένος
με βλέμμα απλανές
Εσύ;
Με θυμάσαι άραγε;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου