Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Ωδή στη Χαρά | Μέρος β' | Γιώργος Καλλινάκης



2ο μέρος

«Είναι ώρα. Το τρένο χρειάζεται μια ιστορία.»

Και, όπως το ‘ξερες, οι συσπάσεις στο στόμα του Ηλικιωμένου δεν άργησαν να έρθουν. Όλα νοιώθεις να πηγαίνουν πιο αργά. Ο χρόνος σιωπαίνει και σιωπαίνει μαζί του τη φωνή των πάντων. Το γύρω σου αλλάζει. Σαν να θολώνει. Κι ο Ηλικιωμένος αλλάζει. Τα μάτια του. Σιγά-σιγά κιτρινίζουν. Το βλέμμα σου αιχμαλωτίζεται, είναι πια δικό του, με το που αρχίζουν να πάλλονται τα μάτια του. Αρχικά τα κοιτάς με περιέργεια. Σταδιακά –νοιώθεις πως γλιστράς- τα κοιτάς με δέος. Ανοίγεις αργά το στόμα –συνεχίζεις να γλυστράς- κι γέρνεις το κεφάλι στο πλάι. Μπορείς να το περιγράψεις? Είναι˙ "...μαγικό!" κατάφερες να σκεφτείς. Και το περιβάλλον γύρω σου, μια ξεθωριασμένη θολούρα πια, δεν έμεινε στάσιμο. Πάλλεται κι αυτό˙ δονείται. Στον ρυθμό που πάλλονται τα μάτια του. Έντονα. Πιο έντονα. Κι ακόμη πιο έντονα. Πια στην θέση των ματιών του βλέπεις θύελλες. Άνοιξε το στόμα του και είδες θύελλα να υπάρχει μέσα του. Εκωφαντικές θύελλες στα μάτια και στο στόμα. Αναπνέεις τώρα αργά και βαθιά. Και με κάθε σου ανάσα νοιώθεις το σώμα σου να δονείται. Στον ρυθμό που πάλλονται τα Πάντα, δονείσαι. Οι μύες στα χέρια σου συσπάστηκαν. Οι τρίχες στα χέρια σου σηκώνονται. Παίρνεις ανάσα. Νέες δονήσεις ριγούν το σώμα σου. Νοιώσε τες. Παίρνεις ανάσα. Οι μύες, στην πλάτη σου αυτή την φορά, συσπάστηκαν. Και μετέφεραν τις δονήσεις στην σπονδυλική σου στήλη. Και νοιώθεις το κάθε εκατοστό της διαδρομής προς το πίσω μέρος του εγκεφάλου σου. Αναστέναξες. Και οι δονήσεις έφτασαν στον εγκέφαλό σου. Πήρες, άβουλα πια, μια βαθιά κοφτή αναπνοή, έσφιξες τους μυς σου κι έκλεισες τα μάτια...
...Και τα Πάντα ανατινάχτηκαν.
Σε χρώματα. Και ο χρόνος απλά τρελάθηκε. Για πόσο διάστημα, δεν καταλαβαίνεις, τα χρώματα μένουν ακίνητα γύρω σου. Σαν να επιπλέουν. Γυρνάς το κεφάλι σου δεξιά-αριστερά και τα παρατηρείς. Είναι...Όμορφα! Και τότε ήταν που άρχισαν Όλα. Τα χρώματα στροβιλίζονται γύρω σου. Γρήγορα. Πιο γρήγορα. Όλο και πιο γρήγορα. Και είσαι στο μάτι αυτού του κυκλώνα. Μέχρι που κάποια μικρά κομμάτια του κυκλώνα, άρχισαν απότομα να σταθεροποιούνται. Τα υπόλοιπα συνεχίζουν παρά ταύτα, μέχρι να σταθεροποιηθούν κι αυτά απότομα σε κάποια τυχαία θέση. Η τουλάχιστον εσύ την θεωρείς τυχαία. Όταν η πλειοψηφία έχει σταθεροποιηθεί και η στροβιλιζόμενη μειοψηφία περιμένεις πως θα κάνει το ίδιο, αντιλαμβάνεσαι πως οι θέσεις δεν είναι τυχαίες. Η μία κολλάει με την άλλη, σαν παζλ, και διαμορφώνουν τα νέα Πάντα. Και σου είναι ειρωνικά οικεία τα νέα Πάντα. Γιατί αντιλαμβάνεσαι πως το νέο αυτό Σύμπαν είναι η ιστορία σου για τον Ηλικιωμένο. Η πρόσοδό σου για το τρένο. Έτσι όπως εσύ την έζησες. Αλλά όλα είναι σταματημένα στην αρχή της. Δεν υπάρχει κίνηση. Για να υπάρξεις κίνηση πρέπει να υπάρξεις Χρόνο. Για να υπάρξεις Χρόνο, στο νέο σου Σύμπαν πρέπει να αρχίσεις να την εξιστορείς:
« Υπάρχει ένα σπίτι, σε μια πόλη άλλη, σε χώρα που δεν είναι αυτή εδώ, στο οποίο ο ήλιος ανέτειλε πριν από τα υπόλοιπα. Και υπάρχουν τόσες πολλές ιστορίες σε αυτό το σπίτι και μία από αυτές είναι η δική μου. Είμαι τέκνο της μητέρας μου που έφτιαχνε τα ενδύματα σε αυτή την πόλη κι έφτιαχνε και το δικό μου. Και είμαι γιος του πατέρα μου που ήταν τυχοδιώκτης και ευχαριστημένος μόνο σαν μέθυσος. Και όλα ήταν έτσι μέχρι που ήρθαν. Έξι στο σύνολο. Δύο οι Νάνοι, τρεις οι Φύλακες και μία η Εκείνη. Η Γυναίκα στα Όπλα. Η Γυναίκα με την Χρυσή Μάσκα. Μάσκα που έμοιαζε με Ήλιο. Και πήγαν έξω από το Ιερατείο. Και περίμεναν. Και όλοι μαζευτήκαμε γύρω τους. Είδα μπροστά από την πύλη του Ιερατείου να στέκονται οι Νάνοι. Στη μέση κάθισε, στα γόνατά της, η Γυναίκα στα Όπλα και από πίσω της, όρθιοι οι Φύλακες. Μόλις στάθηκαν και οι Φύλακες στην θέση τους, οι Νάνοι λύγισαν τα κορμιά τους στο πλάι τόσο πολύ που τα κεφάλια τους σχεδόν ακούμπησαν. Κι άρχισαν να στοβιλίζονται γύρω από τον εαυτό τους. Και τα κεφάλια τους σχεδόν ακουμπούσαν. Και όλοι περίμεναν.
Μέχρι που βγήκε ο Αρχιερέας με τους Ιερείς του. «Θεωρούσα πως μπορεί και να μη σε έβλεπα εδώ, Κυρά στα Όπλα». Η Γυναίκα δεν έβγαλε άχνα και ούτε κανείς από τους συνταξιδιώτες της. Μόνο έβγαλε ένα γράμμα που καθώς ήταν καθισμένη, απλά έτεινε το χέρι της προς τον Αρχιερέα. Ο Αρχιερέας φανερά ενοχλημένος από την έλλειψη σεβασμού κινήθηκε να το πάρει. Δεν έστειλε κάποιον από τους Ιερείς του. Πήγε ο ίδιος. Πέρασε το χέρι του πάνω από τους Νάνους που στροβιλίζονταν και το άρπαξε. Το άνοιξε. Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον τρόμο στα μάτια κάποιου. Αλλά η θέση του ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να το δείξει με κάποιον άλλο τρόπο. Έπρεπε να συγκρατηθεί. Φάνταζε, στα μάτια μου, τιτάνιο το έργο του. Και μάλλον ήταν, γιατί έκανε αρκετά λεπτά για να καταφέρει να μιλήσει. «Φυσικό είναι, Κυρά στα Όπλα, όσοι αποκτούν γρήγορα δύναμη να θωρούν πως δεν έχει όρια». Και πέταξε το γράμμα. Και ο άνεμος το άνοιξε. Και δεν είχε τίποτα στο εσωτερικό του παρά μόνο μια μαύρη κηλίδα στο κέντρο του. Και τότε ήταν που μίλησε για πρώτη και τελευταία φορά η Γυναίκα με την Χρυσή Μάσκα. Και η φωνή της ήταν κυματιστή, εξωτική σχεδόν μυσταγωγική. Δυνατή και κρυστάλλινη. «Έρχομαι από Αυτόν που ζητάει Όνομα. Και Όνομα θα λάβει: Εωσφόρος. Και μαζί μ’ Αυτόν Όνομα θα αποκτήσουν όλοι. Έχεις μέχρι να πέσει το φεγγάρι ιερέα». Το ʺιερέαʺ το πρόφερε κάπως διαφορετικά. Οι Νάνοι σταμάτησαν αργά-αργά να στροβιλίζονται και όρθωσαν τα κορμιά τους. Σαν να μας υπνώτισε όλους η Γυναίκα στα Όπλα, κανείς δεν κουνήθηκε από την θέση του όταν οι έξι περνούσαν από δίπλα μας. Τι είχε γίνει μόλις? Ο Αρχιερέας και οι Ιερείς κλείστηκαν μέσα στο Ιερατείο τους. Και κλεισμένοι εκεί μέσα από φόβο, θύμιζαν σε όλους τις αμαρτίες και την μιζέρια τους. Και όλοι περίμεναν να πέσει το φεγγάρι για σταματήσουν να νοιώθουν έτσι. Και όλοι περίμεναν. Μέχρι που σταμάτησαν να περιμένουν γιατί ο Αρχιερέας και οι Ιερείς του δεν ήταν πια».
Κι τότε σαν, απλά να είχες χαθεί στις σκέψεις σου και ξαναγύρισες άνοιξες τα μάτια σου και βρισκόσουν στην θέση σου, στο βαγόνι σου. Το τρένο κινούταν κανονικά. Έξω συνέχιζε η κίτρινη ομίχλη. Συνεπιβάτης παρέμενε η κυρία απέναντί σου που απ’ ότι φαινόταν κάτι έγραφε ενώ παράλληλα συνέχιζε το κάπνισμα, ανέμελη σαν να μην αντιλήφθηκε τίποτα απ’όσα έζησες, κάτι μάλλον σε κάποιο ημερολόγιο, ίσως? Δεν σε νοιάζει. Ο Ηλικιωμένος, κινούταν προς τον επόμενο, λογικά, επιβάτη που μόλις ανέβηκε στο τρένο και δεν είχε δώσει ακόμη την ‘πρόσοδο’.  Γύρισες να κοιτάξεις και ήταν ήδη στο επόμενο βαγόνι. Ακίνητος πάνω από κάποιον, σίγουρα θα κατάπινε πάλι λαίμαργα τον χρόνο που δανειζόταν. Πήγες να γυρίσεις στην θέση σου και να βολευτείς καλύτερα και μόλις κάνεις την κίνηση ζαλίζεσαι απίστευτα. -Μια σκοτεινή φιγούρα, σχεδόν από το πουθενά, εμφανίζεται στον ορίζοντα της θολωμένης σου όρασης- Όλα γύρω σου, το βαγόνι το ίδιο γυρίζει -Η φιγούρα, περπατώντας χαλαρά, σε πλησιάζει, το αντιλαμβάνεσαι πως είναι πολύ μικροκαμωμένη- Το οπτικό σου πεδίο αρχίζει και μειώνεται, γιατί τα πάντα μαυρίζουν -Μόλις φτάνει δίπλα σου, γυρνάει το κεφάλι του προς το αυτί σου και τον ακούς «Έχεις φτάσει σε νέα επίπεδα τρέλας, φίλε μου»- Προσπαθείς να πιαστείς από κάπου να σηκωθείς. Τίποτα. Τα πάντα μαυρίζουν κι εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Προσπαθείς να μιλήσεις και ψελλίζεις κάτι σαν: ‘Όχι πάλι’. Κι όμως...Κι όμως σκοτάδι.


………….

Συνεχίζεται...


The #Cocreation characteristic of the #superself will be scorned as…:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου