Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Μικρές Ιστορίες | Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη

 Το φως έσβησε. Η Ειρήνη κουλουριάστηκε στο πάπλωμα και αγκάλιασε το μαξιλάρι της. Οι στιγμές που το μυαλό της ακροβατούσε ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα ήταν οι αγαπημένες της. Ένιωθε ελεύθερη. Πετούσε.
   Στο απόλυτο σκοτάδι ολόκληρη η ύπαρξή της δεν ήταν παρά μια κουκίδα που τρεμογυάλιζε, ένα τόσα δα χλωμό αστεράκι χαμένο στην απεραντοσύνη ενός μαγευτικού σύμπαντος. Του σύμπαντός της. Χαμογέλασε ανάλαφρα στον ύπνο της. Αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά το μαξιλάρι της. Και πέταξε...

   Ένα χαμόγελο καρφώθηκε στο νου του Πιερ. Σχεδόν το έβλεπε. Είχε παγιδευτεί στις βλεφαρίδες του. Στριφογυρνούσε στο κρεβάτι του μα το χαμόγελο επέμενε. Παραιτήθηκε από την προσπάθεια του να κοιμηθεί και πετάχτηκε όρθιος. Άναψε το λαμπατέρ στο γραφείο του και με μηχανικές κινήσεις έβαλε σε λειτουργία τον υπολογιστή του. Ο απαλός βόμβος του ανεμιστήρα και τα λαμπάκια που αναβόσβησαν στο πληκτρολόγιο, επανέφεραν την πολυπόθητη ηρεμία στην καρδιά του. Σε λίγα δευτερόλεπτα. Υπομονή. Σε ελάχιστα. Η οθόνη του φωτίστηκε. Το ίδιο και το βλέμμα του. Το χέρι του από μόνο του κύλησε το ποντίκι και εντόπισε τα χείλη που τον στοίχειωναν. Ανέπνευσε.
   Στη σελίδα κοινωνικής δικτύωσης, η καινούργια του φίλη, μια φίλη φίλων από τη μακρινή Ελλάδα χαμογελούσε ξέγνοιαστα. Ένα πανέμορφο ζευγάρι λακκάκια στόλιζαν τα δυο της μάγουλα και τα σκούρα μάτια της έλαμπαν πίσω από το τζάμι. Αχ. Πόσο έλαμπαν. Άπλωσε τα δάχτυλά του και χάιδεψε τα λακκάκια της. Το στόμα της. Το περίγραμμα του ίδιου του του χεριού, σκίασε την όρασή του και μια βαθιά ανάσα ξέφυγε από το στήθος του. Τι κάνω; Αποσυνδέθηκε. Έπεσε στο κρεβάτι του.

    Η Ειρήνη τεντώθηκε στο στρώμα της και άνοιξε τα μάτια. Λίγο έλειψε να σωριαστεί  στο πάτωμα αναζητώντας το ρολόι της όταν θυμήθηκε πως σήμερα δε δούλευε. Ένα φθινοπωρινό κυριακάτικο πρωινό όλο δικό της. Ήθελε να χτυπήσει παλαμάκια με τις παλάμες της και να χοροπηδήσει στο κρεβάτι. Γελώντας άρπαξε το λάπτοπ της. Ένα παράθυρο στον κόσμο. Το μουντό φως που τρύπωνε από τα δικά της παραθυρόφυλλα διόλου δε μείωσε την χαλαρή της διάθεση. Άντε λοιπόν. Συνδέθηκε.
   Περιηγήθηκε για λίγο στις αναρτήσεις των φίλων της όταν η προσοχή της σκόνταψε. Ο φίλος που μόλις χθες απέκτησε, ανέβασε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία συνοδευόμενη από ένα ποίημα. Δικό του; Δεν ήξερε γαλλικά και αυτομάτως πάτησε μετάφραση: «το χαμόγελό σου, είναι ο τόπος που ξεκινά το ταξίδι μου...»
   Μία επίμονη ανάγκη να βυθιστεί σε μια αποχαυνωτική ονειροπόληση την κυρίευσε. Πίσω από τόνους σύννεφα βροντούσε. Βούτηξε στο κρεβάτι...

  Τη Δευτέρα ο Πιερ δούλευε μέχρι αργά. Το εργασιακό του περιβάλλον ήταν ασφυκτικό και η πίεση πολλές φορές αφόρητη. Μπήκε φουριόζος κι εντελώς μουσκεμένος στο μικρό του διαμέρισμα μα η πρώτη του έγνοια ήταν να ανάψει τον υπολογιστή. Συγχρόνως ζέστανε το προμαγειρεμένο δείπνο του στο φούρνο μικροκυμάτων και έβγαλε τα ρούχα του. Τσέκαρε τις ειδοποιήσεις του. Έσχισε τον αέρα με τη γροθιά του και γέλασε σαν παιδί όταν βρήκε την ειδοποίηση που τον ενδιέφερε, να τον περιμένει. Της άρεσε! Έφαγε βιαστικά με τούτη τη σκέψη. «Η βροχή είναι αγάπη». Αυτό που έγραψε της άρεσε. Μπήκε στο ντους και η καρδιά στο στέρνο του μουρμούριζε ασταμάτητα: της άρεσε. Ζούμαρε την εικόνα της και την άφησε όλη τη νύχτα στην οθόνη του. Έκλεισε τα μάτια.

   Η Ειρήνη έσβησε το λάπτοπ και ξάπλωσε με μια αδιόρατη αναστάτωση στην ψυχή της. Αισθανόταν αφάνταστα κουρασμένη από το τρέξιμο στο δευτεριάτικο ψιλόβροχο αλλά αιωρήθηκε και πάλι στα σκοτάδια της. «Η βροχή είναι αγάπη...» θυμήθηκε. Δεν ήταν μόνη της. Το σώμα της βρισκόταν σε μια κατάσταση περίεργης αναμονής. Μια κατάσταση που αδυνατούσε να περιγράψει με λέξεις. Μια ακαθόριστη λάμψη από ένα μέρος πολύ μακρινό, ένα μέρος που δε αναγνώριζε, μια άγνωστη πηγή φωτός την αγκάλιαζε. Παραδόθηκε και άπλωσε το χέρι της. Ακούμπησε τα δάχτυλά του. Και χαμογέλασε. Η οθόνη στο δωμάτιο του Πιερ άστραψε.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου