Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Φωτιά | Σταμάτης Παρασκευάς

“Έχεις φωτιά; Να μια ερώτηση για ένα μικρό διήγημα!”
 Έτσι έλεγες κάθε φορά, όταν για κάποιον ανεξήγητο λόγο έμπλεκε ο αναπτήρας στα δάχτυλά μου, σαν τριανταφυλλιά που γαντζώνεται με τ' αγκάθια της στα κάγκελα ενός απόμερου μπαλκονιού ή όπως ένα σύννεφο έλκεται από ένα βουνό, το βουνό που φαίνεται από το απόμερο εκείνο μπαλκόνι.
Με πλήρη άγνοια, γιατί οι χρόνοι του μικρόκοσμού μας είναι τόσο άγνωστοι, όπως κι οι χρόνοι του μακρόκοσμού μας άπιαστοι, στο πώς τα δάχτυλα παίρνανε την εντολή, σού άναβα το τσιγάρο. “Ο έρωτας πώς διαθλάται στον κόσμο των κυττάρων και πώς σε αυτό των πλανητών; Τι να παθαίνει αυτός, αν εξ ορισμού θεωρήσουμε πως στους ανθρώπους ο έρωτας διαθλάται και μοιάζει όπως μοιάζει;”. Δεν την κατάλαβα ποτέ αυτή σου την ερώτηση, ειδικά όταν έκανες τις τεράστιες παύσεις στον λόγο σου και μετά βαριόσουν να επαναλάβεις ή δε θυμόσουν ή έλεγες κάτι άλλο.
“Τι θα γίνει;”, ήταν σίγουρα μια από τις ερωτήσεις που στην αρχή τις διασκεδάζαμε με χαζές απαντήσεις, αργότερα χαμογελούσαμε, αργότερα απαντούσαμε κυνικά κι ετυμόλογα και με το βάρος της επιθυμίας, αργότερα προστέθηκε και η ευθύνη κι εκεί ένιωσα, γιατί μόνο για μένα μπορώ να μιλάω, πως τότε ήταν που αρχίσαμε να νιώθουμε την φλόγα, γιατί λέγαμε -έλεγα- “να κοίτα” και άναβα τον αναπτήρα και έβαζα το δάχτυλο να πατήσει την έξοδο της φλόγας χωρίς να αφήσω το κουμπί του αερίου. Κι ύστερα απαντούσαμε συνήθως κλαμμένοι ή μπορεί αυτό να το ονειρεύτηκα.
“Και μια και μιλάμε για όνειρα, ένα τέτοιο βράδυ, πες μου τι ονειρεύεσαι; Τι θες;”.
“Εσένα;”
“Με ρωτάς;”
“Ρητορικό ήταν”. Και μιλήσαμε γι' ακόμη μια φορά για τις θεωρίες των ονείρων: ότι ο Φρόιντ τα λέει “εκφράσεις των απωθημένων”, αλλά τότε σου είπα πως δε σε ονειρεύτηκα ποτέ και ύστερα μου είπες για το πώς η γιαγιά σου έλεγε ότι είναι του μέλλοντος δείκτες, αλλά και πάλι σου είπα πως το “ψάρι” που είναι λαχτάρα, εμένα είναι το αγαπημένο μου φαΐ ή ότι η λαχτάρα για μένα είναι κάτι πολύ όμορφο και ότι “σε λαχταρώ” και μου 'πες πως είναι πολύ όμορφη η λέξη αυτή και πως δεν στην έχουν πει ποτέ και τέλος θυμηθήκαμε την θεωρία των ονείρων, ότι ο εγκέφαλος μετουσιώνει σε όνειρο μνήμες που “ξυπνάνε” ενώ κοιμάσαι όταν κάτι διεγείρει το παραλυμένο από τον ύπνο σου κορμί και τότε ξανασκέφτηκα -αλλά δε στο 'πα- πως “δεν θυμάμαι τα όνειρά μου, γιατί μάλλον θυμούνται αυτά για μένα”.
“Φωτιά”! Και σου άναψα με τον αναπτήρα σου που πάλι βρέθηκε στα χέρια μου, σαν να είχα εσένα μες στα χέρια μου, γιατί δεν μπορούσα να έχω εσένα μες στα χέρια μου, γιατί κάποια άλλα χέρια σε επιβεβαίωναν, σε συλλάβιζαν, καμουφλάρονταν ως δερμάτινα στο δέρμα σου.
“Ο Προμηθέας τιμωρήθηκε γιατί έδωσε στον άνθρωπο την φωτιά”! Κι αυτό το τσιγάρο σου ν' ανάβω -γαμώτη- εμένα δε θα με πείραζε να φορτωνόμουν έναν ελάχιστο καημό. Γιατί οι τιμωρίες είναι ανάλογες του εκτοπίσματός μας: ο Προμηθέας ήταν θεός και από θεό και όπως θεός αντίστοιχα τιμωρήθηκε. Αλλά εγώ; Μια μικρή καθημερινότητα τι αντίστοιχη τιμωρία παίζει να 'χω; Να σου ομορφαίνω την όποια ενοχή ή να λέω μια καλή κουβέντα ανεξάρτητα του πώς νιώθω; Κι αυτό να γίνεται και να ξαναγίνεται ασταμάτητα και να παραμένω και να συνεχίζω.
Ας μην γινόμαστε μελοδραματικοί, ποτέ δεν υπήρξαμε, ποτέ δε θα υπάρξουμε, καθώς η απόλαυση της μπύρας που τυχόν πιούμε ή πίνουμε ή ήπιαμε ή ενός περαστικού τσιγάρου από τα χείλια μας πολλές φορές ήταν πιο ερωτική από το να φιληθούμε, γιατί πάντα γελούσαμε και τα χείλια δεν πήγαιναν χαμένα, δεν ατροφούσαν, μιλούσαν, γεύονταν. Και στους ανθρώπους η διάθλαση του έρωτα, πολλές φορές ξερνά έναν έρωτα σχεδόν αθώπευτο, ανέγγιχτο, αλλά τόσο μα τόσο βαθύ, σαν ωκεανό, καθώς δυο θάλασσες με κύματα δεν ενώνονται απλώς, αλλά κάποτε κύμα το κύμα η μία φτάνει να πάρει τη θέση της άλλης.
Να πάρει ο ένας τη θέση του άλλου: αυτό θα ήταν σε κάποιες στιγμές τέλεια ευχή εκδίκησης, αλλά στη διάθλαση του έρωτα, ο διαθλασμένος έρωτάς μας -τελοσπάντων- προς το παρόν το έχει για ευχή μοιρασιάς. Και το πιο τέλειο, τόσο πλεονασμός και λάθος όπως τα έχουμε πει και ξαναπεί τόσες και τόσες φορές, είναι που μοιραζόμαστε το μη περισσευούμενο.
Κάπου εδώ πρέπει να τελειώσω. Θα σου έλεγα χαριτολογώντας πως τελειώνει η φλόγα του κεριού, αλλά ζούμε σε καιρούς που μια τέτοια δικαιολογία δεν φτουράει. Και κάπως έτσι είναι και με τον έρωτα: σε τέτοιους καιρούς που ζούμε, πολλές δικαιολογίες πια δεν φτουράνε. Οι αποστάσεις συνεχίζουν να διαρκούν “τσιγάρα δρόμοι”, τα πρόσωπά μας “λάμπουν” όταν κάτι θυμόμαστε ή μας αρέσει ή μας κάνει να νιώθουμε όμορφα, “καιγόμαστε” να μάθουμε ένα μυστικό ή να μας αποκαλυφθεί κάτι, “δε μας καίγεται καρφί” σαν οι προτεραιότητές μας να 'ναι σε πυραμίδα, αν π.χ. ο κόσμος “καίγεται” -πολύ κάψιμο χρησιμοποίησα- αλλά εμένα ή εσένα μάς νοιάζει αν θα συναντηθούμε κι απόψε ή αν κάποτε συναντιόμασταν κάθε βραδάκι, “είμαστε ζητήματα φωτός” σε ποιητικά διακυβεύματα ταυτότητας, “φως μου” καλούμε σε ακραίες στιγμές δικούς μας ανθρώπους, “φώτισέ μου λιγάκι εδώ” όταν κάποιος κρατά μια πηγή φωτός (αναπτήρα, σπίρτο, κερί, φλας κινητού κλπ) και θέλουμε κάτι να του διαβάσουμε. Κάπως έτσι σκέφτομαι να σου πω, λοιπόν, θεατρικά να κάνεις πριν σου διαβάσω αυτό εδώ. Ή θα το κάψω.
Κάπου εδώ πρέπει να τελειώσω. Η θερμότητα του σώματός μου έχει αρχίσει να αυξάνεται και η τριβή με το χαρτί και με τον κόσμο με κάνει να μοιάζω και σαν επιφάνεια έτοιμη να μαγνητίσει -καταπώς τρίβουμε ένα μαλλί σ' ένα μπαλόνι- ίσαμε τ' άστρα. Στο χάδι μου εκκρεμεί όλη η προσπάθεια κι ο πόθος απ' την τριβή μας να γίνουμε μαγνήτες, να έλξει ο ένας τον άλλον. Ένας έρωτας τεχνητός, διαθλασμένος μέσα από τα μάτια της ηλεκτρομαγνητικής. Ένας έρωτας που κρατάει τους ανθρώπους ενωμένους. Άκου κι αυτό: στην αρχή ήταν ο Έρως ο αρχέγονος, ο οποίος ένωνε τα σώματα και τους πλανήτες. Ύστερα εφανίστηκε η Αφροδίτη του έρωτα και της τεκνοποιίας, της ομορφιάς και του κάλλους. Ύστερα ο Έρωτας της ένωσης και της επαφής. Ας πούμε πως βρισκόμαστε στο πρώτο το κομμάτι, πρωτόγονοι κι εμείς, παλεύοντας με την φωτιά. Καλό; Φωτιά! Φως εκ φωτός, σαρξ εκ σαρκός. “Φως στο χέρι, φως στο πόδι κι όλα γύρω είναι φως”, όπως λέει κι ο ποιητής κι όπως τόσο μα τόσο γλαφυρά σε περιγράφει όταν ανάβεις τον αναπτήρα, όταν κι όποτε -σπανίως μεν- βρίσκεται εξ αρχής στα χέρια σου.
Κάπου εδώ θα τελείωνα. Λοιπόν, κάπως έτσι σκηνοθετώ την παύση μας ή το τέλος μας, το τέλος μιας σχέσης: πριν καν αυτή σχηματιστεί, πριν καν ευδοκιμήσει και καρπίσει. Έτσι μάς σκέφτομαι. Βλέπω πως ζητάς φωτιά δεξιά κι αριστερά και αν πλησιάσω ξέρω πως θα μου ζητήσεις κι εμένα.
“Έχεις φωτιά;”
“Να μια καλή αφορμή για να συστηθούμε!”, θα σου απαντούσα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου