Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Μικρές Ιστορίες | Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη

Η Μαργαρίτα έψαξε με τα μάτια το κρυστάλλινο μπουκαλάκι στην επιφάνεια της τουαλέτας της και με τελετουργικές, ντελικάτες κινήσεις το ανασήκωσε. Ξεβίδωσε το περίτεχνα σκαλισμένο πώμα από ορείχαλκο και το έφερε στα ρουθούνια της. Επέτρεψε για κάμποσα δευτερόλεπτα στο μείγμα πούδρας και σανταλόξυλου να την γητέψει. Κατόπιν ακούμπησε το στόμιο πίσω από τα αυτιά της, στη βάση του λαιμού, στο εσωτερικό των καρπών και τέλος στο σημείο που χώριζε το στήθος της και αχνοφαινόταν η δαντέλα του σουτιέν της. Αντίκρισε νοερά τα χείλη του να ακολουθούν την ίδια διαδρομή και ανατρίχιασε.
Επιβλήθηκε στον εαυτό της και στρίμωξε το κρύσταλλο ανάμεσα σε δεκάδες παρόμοια φιαλίδια που διεκδικούσαν την προτίμησή της. Κούμπωσε τις μανσέτες με το αζούρ στο τελείωμα, έδεσε προσηλωμένη τις κορδέλες του γιακά της, σχηματίζοντας έναν αρχοντικό φιόγκο και πέρασε τις ευμεγέθεις πέρλες στους λωβούς των αυτιών της. Κάτι έλειπε ωστόσο. Άνοιξε το πλαϊνό συρτάρι του επίπλου και τράβηξε από μέσα ένα φιλντισένιο κουτί. Εκεί κρυβόταν η καρφίτσα της με το χειροποίητο, ανάγλυφο καμέο. Ένα από τα δώρα του. Με σταθερά δάχτυλα κάρφωσε την περόνη της στον φιόγκο. Ικανοποιημένη με τις λεπτομέρειες της εμφάνισής της, καμάρωσε το είδωλό της στον καθρέφτη.
Σε λιγότερο από δέκα λεπτά καθόταν πανέτοιμη για το ραντεβού της στο πίσω κάθισμα ενός ταξί. Όταν έφτασαν στο προορισμό τους, ο οδηγός, μαγεμένος θαρρείς από την όψη και το άρωμά της κατέβηκε από τη θέση του κι έτρεξε να της ανοίξει την πόρτα. Την αποχαιρέτησε με μια ελαφριά υπόκλιση που της έκανε στα αλήθεια  ευχάριστη εντύπωση και ύψωσε κατακόρυφα την ανεβασμένη ούτως ή άλλως διάθεσή της.
Έμεινε για λίγο όρθια στο πεζοδρόμιο να παρακολουθεί τα φώτα της πόλης και της κίνησης να καταπίνουν το όχημα που την μετέφερε ως εκεί κι ύστερα γύρισε και κατευθύνθηκε στο αγαπημένο μαγαζί. Με μια αβίαστα κομψή κίνηση έσυρε την εξώθυρα και μπήκε στο εσωτερικό του.
Νοσταλγικές νότες και μια ελαφριά κάπνα την περικύκλωσαν. Ευτυχώς προνόησε να  τηλεφώνησει και το τραπέζι τους την περίμενε αδειανό σε μια ημιφωτισμένη γωνία. Έστρωσε τη φούστα της και σταύρωσε τις γάμπες της στην καρέκλα. Ο πιανίστας την αναγνώρισε και της έγνεψε κι η κοπέλα στο κοντραμπάσο της έστειλε ένα χαμόγελο. Η Μαργαρίτα ανταπέδωσε.
Ο σερβιτόρος δίχως να αναμένει παραγγελία, τοποθέτησε μπροστά της ένα κολωνάτο ποτήρι με καμπερνέ σοβινιόν, μακρόχρονης παλαίωσης του château Graves. Οι βαθυκόκκινες ανταύγειες και το μπουκέτο βανίλιας, βουτύρου και φραγκοστάφυλου που ανέδιδε έκαναν το βλέμμα της να λάμψει. Σήκωσε το ποτήρι πρώτα στη μύτη της και έπειτα στο στόμα της. Το ρουμπινί υγρό κύλισε γαργαλιστικά στον ουρανίσκο της. Η πληθωρική του γεύση την αιφνίδιασε αναπάντεχα. Το φαντάστηκε να ωριμάζει για μήνες στο δρύινο βαρέλι του, κρυμμένο στο δροσερό  κελάρι του château. Η υγρασία της γαλλικής εξοχής διαπέρασε μεμιάς όλα τα κόκκαλά της. Ανατρίχιασε ξανά.
Και τότε έφτασαν στα αυτιά της τα πρώτα ακόρντα της μελωδίας του τραγουδιού τους. Ο άνδρας στο πιάνο τραγουδούσε το sway με φωνή απαράλλαχτη με τη φωνή του Dean Martin. Οι γόβες της άρχισαν να χορεύουν στο πάτωμα χωρίς να κουνηθεί ούτε εκατοστό από το κάθισμά της. Έριξε πίσω το σβέρκο της κι ένιωσε πάλι τα δάχτυλά του να αγκαλιάζουν τη μέση της. Οι γοφοί της κινήθηκαν προς τους λαγόνες του. Οι παλάμες του χαμήλωσαν στους γλουτούς της. Το μάγουλό της έσμιξε με το μάγουλό του και η γλώσσα του έψαξε ανυπόμονα την άκρη των χειλιών της. Γέλασε και τον διευκόλυνε. Στο απόγειο της μουσικής, όταν κι οι δυο ξαναμμένοι από το χορό και το κρασί ζούσαν πια σε ένα σώμα, η Μαργαρίτα άνοιξε τα μάτια της. Άπλωσε το μπράτσο της στην κενή καρέκλα και έγειρε το κορμί της προς το μέρος της.
"Χρόνια μας πολλά αγάπη μου..." ψιθύρισε. Αισθανόταν χαρούμενη που και φέτος γιόρτασε την επέτειό τους. Με εκείνον και χωρίς εκείνον. Δεν είχε σημασία. Με ένα νόημα ειδοποίησε τον σερβιτόρο να της καλέσει το ταξί της.
Τώρα τα πόδια της έτρεμαν με ολόκληρο το βάρος των ογδόντα δύο χρόνων της. Δεν πτοήθηκε. Έβαλε το παλτό της και βγήκε αποφασιστικά  στον παγωμένο αέρα.
Μόλις άκουσε την κόρνα του αυτοκινήτου, σούφρωσε τα χείλη της σαν παιδί που γκρινιάζει όταν αποχωρίζεται το λατρεμένο παιχνίδι του. Δεν της αρκούσε. Ήθελε κι άλλο. Κι άλλη ζωή. Κι άλλον έρωτα. Τον δικό του.
Μια σκιά την συντρόφευε. Γέλαγε. Έπαιζε μαζί της. Πριν μπει στο ταξί, της άγγιξε το χέρι. Μετά πήγε και κρύφτηκε στο νοτισμένο τζάμι. Ο κατεργάρης! "Του χρόνου πάλι μωρό μου... και μην ξεχνάς, είμαι αθεράπευτα ερωτευμένος μαζί σου. Ερωτευμένος κάθε φορά σα να είναι η πρώτη φορά..." Η Μαργαρίτα έλυσε το φιόγκο και του έδειξε τη φλέβα που χτυπούσε σαν τρελή στο λαιμό της. Η καρφίτσα της, έπεσε στην άσφαλτο.
Η ερωτευμένη σκιά στο άδειο πεζοδρόμιο περίμενε ώσπου το κίτρινο όχημα έγινε μια ισχνή φωσφοριζέ τελεία στο κάδρο της νύχτας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου