Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Χωρίς τίτλο | Ρόη Ωλήν.

Έξω ο αέρας που φυσά…
Kαι εμείς εδώ,
με τα παραθυρόφυλλα μισάνοιχτα και τον γλυκό καπνό να μας θυμίζει τη ζωή που ξεχάσαμε ξοπίσω μας.
Τη ζωή που έχει εδώ και καιρό έχει λύσει τα κορδόνια του παρόντος και ετοιμάζεται για τον μέλλοντα εραστή της.
Και αν την ρωτήσεις, πόσο ανυπομονεί να τον βρει θα σου πει
Και αν με ρωτήσεις, πως ξέρω πως θα τον προδώσει θα σου πω.

Τα χέρια μυρίζουν γλυκό καπνό που θυμίζει τη ζωή που γυροφέρνει όλο και πιο μακριά μας.
Μυρίζουν κούραση, και φόβο,
και ντροπή για τον φόβο αυτόν, και οργή για την ντροπή αυτήν, και κούραση για την οργή αυτήν.
Και ο χρόνος μάς παραβγαίνει στον αγώνα δρόμου για ζωή. Με τα κορδόνια λυμένα,  σιγανά παρακαλάμε να μπερδευτεί σε αυτά και να σκοτωθεί μέσα στους γκρεμούς του μυαλού μας. Να μας αφήσει ήσυχους…
Και όταν η κάθε εποχή γίνει αιώνες, και τότε θα αργεί η καθεμιά να αρχίσει και να τελειώσει και να ξαναρχίσει και να ξανατελειώσει , αυτό θα είναι το βάλσαμο του δικού μου πόνου.
Σε θυμάμαι σε κάθε καλοκαίρι που τελειώνει , σε κάθε άλλο που αρχίζει. Σε κάθε άνοιξη που ξεκινά και κάθε μια που με το τέλος της προμηνεύει το καλοκαίρι που μπαίνει. Σε κάθε λυπηρό φθινόπωρο και σε κάθε νέο έτος.
Σε κάθε κατάλευκο φεγγάρι, νύχι που τρυπά το άγνωστο, και σε κάθε πανσέληνο, όμορφη και υπερήφανη, έτοιμη να χαθεί και να αναδυθεί ξανά.

Αν γκρεμίσουμε το χρόνο, θα ξεχνάμε ευκολότερα
Όχι να ξεχάσουμε τις αναμνήσεις μας, απλά να τις θυμόμαστε πιο σπάνια.
Θα κοιτάμε το παρόν, χωρίς να παρακαλάμε να επιστρέψει ή να ξεκουμπιστεί το παρελθόν. Γιατί να το κοιτάμε το παρελθόν, αν δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει για το μέλλον;
Μπορείς εσύ;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου