Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Αντικατοπτρισμός | Τσαμπίκα Βασιλειάδη

 Στέκομαι. Ανφάς. Προφίλ. Τινάζω τα μαλλιά μου. Σε παρατηρώ από την κορφή ως τα νύχια. Απ’ την αρχή της ιδεολογίας σου μέχρι την φτώχεια της μορφής που σου ορίστηκε. Σε φωτίζω με λίγη σελήνη, μήπως και φοβηθεί η σκιά που σε σκεπάζει. Και σ’ αφήσει μόνο. Να εξαϋλωθείς. Να μείνω μόνη. Κουράστηκα τόσα χρόνια να σε σέρνω μαζί μου.
    Την πρώτη φορά που σε αναγνώρισα δεν την θυμάμαι. Μα θυμάμαι πως-αν και παιδί-αντιλήφθηκα την ύπαρξη της φυλακής σου. Μου ανήκεις. Άπλωνα τα χέρια μου και με λαγνεία σε χάιδευα, κάποιες φορές σε φιλούσα. Ήσουν πάντα εκεί. Ακόμα και όταν ήμουνα μόνη.
    Μα σε σιχάθηκα. Με τα χρόνια η μορφή σου σάπιζε. Με τα χρόνια σου ‘πεφταν τα μαλλιά και απέπνεες ανυπόφορη φρίκη. Έσταζαν τα δάκρυα μου και απλώνονταν στις πληγές σου. Να νιώσεις τον πόνο που μου προκαλείς. Όσο σε πλησιάζω, τόσο αποκαλύπτονται οι ρωγμές της ίδιας μου της εικόνας που με πρόδωσε. Σου ανήκω, πλέον.
    Μα δεν θα μείνω άπραγη για την υπόλοιπη ζωή μου. Θα σε εκδικηθώ, κι ας σε χάσω για πάντα. Τώρα πια σε μισώ. Σε κρατάω σφικτά στα δυο μου τα χέρια. Μην προσπαθείς να αντισταθείς. Ήρθε η ώρα. Σπας σε εκατοντάδες κομμάτια. Κι εγώ σε κοιτώ αλλοιωμένο καθώς σταγόνες αίματος από τα ίδια μου τα χέρια στάζουν στην εικόνα.
-Είμαι ελεύθερη;
    Γυρνώ το κεφάλι προς το τζάμι που με χάρη δεσπόζει απέναντι.

-Όχι!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου