Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Η πόλη μας | Τσαμπίκα Βασιλειάδη

Η πόλη 
καταπίνει τα χρώματα σ' ένα βλεφάρισμα 
στάζει σαν δάκρυα ακατάπαυστα 
όλους τους ήχους 
τ' αρώματα είναι απαγορευμένα. 
Η τόσο αγαπημένη μου θάλασσα 
υπάρχει μα ταυτόχρονα 
είναι χαμένη. 
Πίσω μου τρεμάμενη 
παλεύει τα χτίσματα 
ορμά σαν θηρίο 
να κατασπαράξει τα εικονικά δημιουργήματα 
που με ψηλά την μύτη 
καύχιουνται. 
Είναι αργά την νύχτα 
ίσως και ξημερώματα, 
στην παραλιακή ξαπλώνω την ζωή μου 
τα κλαμπ βρυχούνται δονούνται και πνίγονται 
από κόσμο κενό, 
στα δυο διπλωμένο. 
Αυτή η πόλη γεμάτη με πλήθος 
μοιάζει ερείπιο 
στολισμένη με έντομα, χημικά κι αστυνόμους 
γράφω σ' οθόνες με μπαταρίες κενές 
σβήνουν στα κύματα 
καθώς οι σκέψεις μου ναυαγούν σε χειμώνες.
Και δεν θυμάμαι καν πότε καλοκαίριασε 
με ρωτούν οι ξένοι για μαγαζιά και διασκέδαση 
ενώ γελούν σ' όλες τις γλώσσες. 
Η πόλη αυτή τρώει το είναι μου 
χάνω τα δέντρα, τους ουρανούς και την άμμο.
Αχ, τώρα και πόσο δεν θα ‘θελα 
να πατήσω με ποδιά γυμνά σε μια παραλία, 
να στάζουν οι κόκκοι ανάμεσα στα πόδια μου 
να με κάνουν να νιώθω μεγάλη. 
Τέτοιες ώρες θυμάμαι τους φίλους μου,
την αθωότητα που κρύβεται βαθιά 
σ' αυτές μου τις σχέσεις. 
Όλα αυτά τα χαλάσματα που στέκουν 
απέναντι μου με χάρη 
σαν πρόσωπα θλιμμένα 
απογοητευμένα από αγάπες 
που ξεθώριασαν στο πέρασμα του χρόνου, 
μοιάζουν στα ματιά μου φιγούρες παρελθοντικές 
που ξέχασαν να ακολουθήσουν τις τάσεις της μόδας. 
Μια τέτοια φιγούρα μοιάζω κι εγώ 
καθισμένη στο βάθρο που κοιτά προς την θάλασσα 
ντυμένη στα μαύρα, 
όπως θα ταίριαζε σε ένα τέτοιο βράδυ, 
βεβαίως.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου