Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Βιασμένος χορός | Βασιλειάδη Τσαμπίκα

Σπίθες απ’ τα έγκατα του κόσμου κυνηγούν, πέρα απ’ τ’ άδυτα κελιά, πουλιά του νότου.
Σαν κραυγάζει η ιστορία για σωτηρία,  κοιτούν τα παιδικά παράθυρα και κλείνουν στόματα μεγάλα. Ανάστατος ο ουρανός κλαίει μέρα νύχτα, ποτάμια ατέλειωτα πνίγουν αδίστακτα τις νοσηρές πεδιάδες· όπου έμεναν οι σκέψεις μιας θολής σκηνής που έσβησε στο ηλιοβασίλεμα του πόθου.

Χρόνια τώρα το φεγγάρι πάντα σιωπηλό, έχθρα και μίσος το καταδίκασε σε πείσμα κυνικό. Φωτίζει το θαμμένο στον κήπο λουλούδι, γεννήθηκε νεκρό. Χαρίστηκε και πάρθηκε από βλέμματα που έγιναν σκιές κάτι μυστήριων πρωινών. Ρυτίδωσε κι η ενοχή, στάζει πια σαν το παλιό καλό κρασί. Κανείς δεν έμεινε χωρίς να πιεί και να γιορτάσει. Εκείνο το σπίτι, πίσω από των πιο φτωχών τα μάτια, έμεινε ερείπιο σωστό. Βουλιάζει μέρα με την μέρα μες την άβυσσο.

Αχ, αυτό το φως πάντα τρομάζει τους ανθρώπους. Ακόμα κι αν κάποτε παραμιλούν και σκοντάφτουν στην αγάπη, βυθίζονται ψάχνοντας είδωλα βιασμένα και θολά. Ηδονικά προσχήματα σε χάρτινα διλλήματα . Εκκλησιαστικά ενδύματα ντύνουν τις πόρνες. Παρθενικά λευκά, μα κατά τ’ άλλα βουτηγμένα στο αίμα, νυφικά.


Κι όλα καλά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου