Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Κόκκινο | Τζένιφερ Ντέρλεθ


Έξι κατακόκκινα άλογα τρέχουν ελεύθερα στους λαβύρινθους της Αθήνας.
Έξι κόκκινα άλογα πίνουν λυσσασμένα νερό στους δροσερούς κήπους της πόλης.
Πέντε άλογα τρέχουν δακρυσμένα στον πυρήνα της Αθήνας.
Η Ελπίδα ξυπνάει κατακόκκινη και ιδρωμένη.
Ο μεσημεριανός ύπνος στο κρεβάτι με τις φλόγες του καλοκαιριού ποτέ
δεν της έκανε καλό. Εκεί που κουβεντιάζουν οι εφιάλτες συνωμοτικά
ποτέ μην κοιμηθείς.

Η Ελπίδα είναι δεκαεννιά, σαν εμένα, κατοικεί σε ένα φοιτητικό διαμέρισμα.
Όπως λέει η ίδια στα κουφώματα κατοικούν πεθαμένα σώματα παλιών.
Η Ελπίδα είναι αλαφροϊσκιωτη, κοινώς περίεργη, πονεμένη ψυχή, ευαίσθητη και σκοτεινά όμορφη.
Ακούει μελωδίες της τζαζ και όπως λέει η ίδια αθάνατες ψυχές στροβιλίζουν χορευτικά στα ταβάνια της. Ή στα ταβάνια του εγκέφαλού της, λέω εγώ.

Την τελευταία φορά που πήγε για καφέ με τον Μάρκο, 
ένα συνομίληκο σπασίκλα αντικοινωνικό-παιδί με κόκκινο πρόσωπο απ' την ντροπή,
συνεχώς ιδρωμένο με ήπιες απόπειρες κακού χιούμορ,
τον ρώτησε:
-Γιατί να είμαστε τόσο ιδιαίτεροι και να μην ξεκρεμαστούμε από τον ουρανό μια φορά,
γιατί να μη μείνουμε κολλημένοι στο πάτωμα αυτή τη φορά;
-Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς.
-Κοίτα τους γύρω σου και ίσως να με καταλάβεις.

Η Ελπίδα πάντα αισθάνονταν πως ο κόσμος την κοιτάει τόσο περίεργα, 
λες και η ίδια στέκεται ή αιωρείται ανάποδα στο χώρο, δεμένη από τις φτέρνες με αλυσίδες.
Αλυσίδες που είναι δεμένες και αυτές με τη σειρά τους στα σύννεφα, 
ιδίως τις βροχερές μέρες με τα κόκκινα νυχτερινά σύννεφα το ένιωθε περισσότερο αυτό.
Έτσι διάβασα και σας μεταφέρω από το ημερολόγιο της.

Ίσως για τα βλέμματα του κόσμου να έφταιγαν τα μαύρα ρούχα της,πάντα μαύρα, 
και τα μαλλιά της που είχαν την απόχρωση της φωτιάς. Όχι, οι αλυσίδες σας λέω εγώ.
Ίσως να έφταιγε ο περίεργος Μάρκος που έσερνε πάντα μαζί της, σαν πιστό σκυλάκι
και για τις βροχερές μέρες, που το αίσθημα αυτό γίνονταν εντονότερο, 
να έφταιγε το μακιγιάζ της που ξέβαφε από τις σταγόνες και την έκανε ασχημότερη. 
Κανένα σύννεφο και καμιά αλυσίδα, σας λέω εγώ.

Παρόλα αυτά η Ελπίδα είχε πέντε καλούς φίλους, τον ντροπαλό Μάρκο, 
την Ιουλία την ώριμη,τον Αντώνη, αγόρι της Ιουλίας, κάτι σαν αρχηγός της μικρής αυτής συμμορίας. 
Τον Πάτροκλο και τον Φώτη, αυτοί οι δυο ήταν αχώριστοι, 
όλη μέρα μαζί διάβαζαν κόμιξ και έπαιζαν τις κιθάρες τους, αν δεν ήταν φίλοι η ζωή τους δε θα είχε νόημα.

Νόημα δε θα είχε και η ζωή της Ελπίδας 
αν δεν ήταν και αυτοί οι πέντε φασαριόζοι ολονυκτίς στο διαμέρισμα της,
σχεδόν καθημερινά , κάνοντας φασαρίες, 
πίνοντας και παίζοντας μέχρι το πρώτο φως του Αυγουστιάτικου ήλιου.

Μια παρέα δεμένη σαν μια ρομποτική ανώτερη νοημοσύνη, 
με εγκέφαλο και νου της την Ιουλία, φαντασία τις φανταστικές ιστορίες της Ελπίδας, 
ρομποτικά μέλη το σώμα του Αντώνη, την ευαισθησία του γλυκούλη Μάρκου, 
και τη ζαβολιά των "διδύμων" όπως αποκαλούσαν τον Πάτροκλο και τον Φώτη, 
μετουσιωμένη στα δυο μεγάλα ατσάλινα σπαθιά του ρομπότ.
Μια παρέα Φρανκενστάιν με φλέβες, μέταλλα, καλώδια και χαμόγελα, όπως έγραφε η Ελπίδα στις ιστορίες της.

Μια παρέα που την προστάτευαν τελώνια και αόρατες ψυχές. 
Καθημερινές περιπέτειες και ζωηρές ταινίες, με τρύπες στην ιστορία. 
Λίγο αλκοόλ, γενέθλια 19 και τούρτες πολύχρωμες. 
Η θεά η καταραμένη του βάλτου, θεά της σκανταλιάς 
και η θέα από το μπαλκόνι της Ελπίδας, η τσιμεντένια θέα.

Η θεά του βάλτου καλεί το ρομπότ για χορό και πάρτι. 
Ο ατσάλινος Φρανκεστάιν βγαίνει τσιρίζοντας και φτύνοντας χαμόγελα και ατμούς από τα αυτιά του στην πόλη. 
Θέλει να χαλάσει την Αθήνα, προσπαθώντας να κόψει το δέντρο της ζωής, 
το ένα ατσάλινο σπαθί σπάει και γίνεται κομμάτια και δάκρυα.

Τα 100 χιλιόμετρα την ώρα καταμεσής της εθνικής αγκάλιασαν και έκλεψαν το ξίφος.
Η νεράιδα που βγαίνει τσάρκα στις εφτά έβγαλε μια κραυγή και ξύπνησε τα βαριεστημένα κοκορόμυαλα παιδιά και εμένα μαζί, γι'αυτό είμαι εδώ τώρα.
Κανένα τελώνιο δε βρέθηκε να τον προστατέψει, κανένα να τον κλάψει.
Μόνο οι δρόμοι ράγισαν από την πίκρα τους και τα πουλιά έμειναν πεζά εκείνη τη μέρα, να περπατάν στους ραγισμένου δρόμους,
αποδίδοντας τιμή στον ατσάλινο αγαθό γίγαντα που έκλαιγε στη σκιά του δέντρου της ζωής. Έκλαιγε το ένα χαμένο του σπαθί.
Αγκαλιά με το κόκκινο αίμα του προσώπου.

Σελίδα δώδεκα η Ελπίδα το χε δει, σελίδα πεντακόσια είκοσι πέντε, εγώ άργησα να το καταλάβω.
Έξι κατακόκκινα άλογα τρέχουν ελεύθερα στους λαβίρινθους της Αθήνας.
Έξι κόκκινα άλογα πίνουν λυσσασμένα νερό στους δροσερούς κήπους της πόλης.
Πέντε άλλογα τρέχουν δακρυσμένα στον πυρήνα της Αθήνας.

Πάντα είχα ένα σπάνιο χάρισμα. 
Πάντα κατάφερνα να μαζεύω και να ακουμπάω όλο το χαλάζι, τις βροχές και τις θλίψεις
από τα βιβλία που διάβαζα πάνω στο κρεβάτι μου.
Ένα διαμαντένιο δάκρυ κράτησα στο σεντόνι μου και για τον Πάτροκλο.
Δεν το έχω χάσει, το βάζω στο πρόσωπό μου που και που για να τον θυμάμαι.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου