Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Οι οδύνες της κάθαρσης | μέρος 1ο | George J. Mayte

Η Ιουλία γύρισε από τη δουλειά σήμερα στις 11 και μισή. Μπήκε σπίτι πέταξε τα παπούτσια από τα πόδια της που είχαν πρηστεί όλη μέρα και ξεκούμπωσε το σουτιέν της ξεφυσώντας. Άκουγε μέσα τη μικρή που ετοιμαζόταν για να βγει. Θα το γούσταρε κι αυτή ένα ποτάκι αλλά πέρα από το ότι ήταν πτώμα ο μαλάκας θα έβγαινε με τους φίλους του σήμερα. Τουλάχιστον θα είχε το σπίτι για τον εαυτό της. Είναι αυτό το περίεργο συναίσθημα που έχουν οι άνθρωποι μερικές φορές: που θέλεις να σε αφήσουν στην ησυχία σου αλλά ταυτόχρονα σε πληγώνει η μοναξιά. Ίσως επειδή βαθύτατα συγκρούονται η επιθυμία της παρουσίας κάποιου ατόμου με την επιθυμία απουσίας όλων των άλλων. Της έρχονται αυτές οι σκέψεις τέτοιες ώρες λόγω της κούρασης και των καφέδων που έχει πιει όλη τη μέρα αλλά λίγο αλκοόλ φτάνει για να τις αντικαταστήσει με άλλες. 
Μπαίνει η μικρή στο σαλόνι έτοιμη για τη βραδινή της έξοδο. Τη ρωτάει που θα πάνε, έξω, βόλτα απάντησε. Να προσέχετε, της λέει, τι έγινε είχες δύσκολη μέρα στη δουλειά, ρώτησε. 
«Ναι, δεν έχεις ιδέα. Πάλι μας έφεραν κάτι νεαρούς από τροχαίο, τους χάσαμε, ένας γέρος που πήδηξε στις ράγες του μετρό και έζησε (ο κακομοίρης, σκέφτηκε αλλά δεν το είπε δυνατά), μια κοπέλα που την είχε δείρει ο γκόμενός της και δεν το παραδεχόταν, λες και δεν έχουμε ξαναδεί θύματα ξυλοδαρμού εκεί μέσα. Εσένα σ’ έχω για πιο έξυπνη.»
Η μικρή δεν απάντησε, όλα αυτά της φαίνονταν σα γεγονότα από άλλο κόσμο μακρινό, που συμβαίνουν μόνο στις ταινίες και στους τίτλους των ειδήσεων. Όλα αυτά δε συμβαίνουν σε ανθρώπους δίπλα μας, μόνο σε “κάποιους”, ανώνυμους χωρίς να ξέρει πως η τραγωδία είναι έτοιμη ανά πάσα στιγμή να της χτυπήσει την πόρτα και να την πάρει αγκαλιά τόσο σφιχτά που δε θα μπορεί να ανασάνει. 
Η μικρή έφυγε και η Ιουλία έμεινε μόνη της. Έβαλε ένα ποτήρι ποτό και έκατσε μπροστά από τον υπολογιστή. Θα πάρει μετά τον μαλάκα της τηλέφωνο για τα τυπικά γιατί έτσι κι αλλιώς ξέρει πως δεν μπορεί να ξέρει. 
Μετά από λίγη ώρα μπήκε και έκανε ένα καυτό μπάνιο, χαϊδεύτηκε λίγο και μόλις τέλειωσε έπεσε για ύπνο και φοβήθηκε για την κόρη της, μην περάσουν τα χρόνια και τη βλέπει να ζει τις μέρες που ζει κι εκείνη. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου