Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Σκουριά και Μαγιονέζα | Μανώλης Τελώνης



Όταν την είδα ήταν σαν να έτρωγα σοκολάτα με μαγιονέζα.
Δεν είχα φάει ποτέ μου κι ακόμα κι αν ήξερα ότι θα με πονέσει η κοιλιά μου, ήθελα να τη δοκιμάσω. Ελπίζω να κατάλαβες ότι δε μιλάω πια για τη σοκολάτα.

Το χλωμό της πρόσωπο έδινε την εντύπωση μιας σβησμένης ψυχής, όμως τα κόκκινα μαλλιά της ήταν η χειροπιαστή απόδειξη ότι μέσα της έκρυβε φωτιά που κρατούσε για να ζεσταίνει μόνο την πάρτη της.

Ήθελα να δω την γλώσσά της να γλείφει αργά και σταθερά σκουριασμένο σίδερο. Ήθελα να της κλέψω κάποια έκφραση ή κάποιον ήχο.

Εκεί ήταν η καύλα, η ανάγκη για το γέμισμα στην περιέργεια μου.

Τα νύχιά της έπρεπε να μου γδάρουν την πλάτη.
Ο λαιμός της θα ήταν ομορφότερος γεμάτος με μπλε,
μοβ σημάδια και μαύρες τρύπες. Γαλαξίες.

Έπρεπε να ακούσω τον τόνο της φωνής της να αλλάζει και τα πόδιά της να τρέμουν, τα μάτιά της να μένουν κλειστά ενώ ο ιδρώτας της να στάζει.

Γιατί αν άνοιγε τα μάτιά της, δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως τα πάντα γύρω της θα είχαν αλλάξει, γεγονός που εκείνη δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδεχτεί.

Αυτή κράτησε τα μάτιά της κλειστά και εγώ τα άνοιξα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου