Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Μηδέν | Ανδρέας Παπάζογλου






3. 
Και φυσικά υπάρχουνε κι αυτοί
που στις γιορτές τους ή των άλλων
καλούν στα ισόγεια υπνοδωμάτια
κακοφτιαγμένα ανθρωπάκια απο πλαστελίνη
Και θα 'ταν φυσικά υπέροχο
για τις ερωτικές επιστολές και για τους επικήδειους
αν το θυμόμασταν κάθε που ξεμεθάμε

Όσο για το πώς τυφλώθηκα
είναι μια ιστορία που μελοποιώ απ' τα οχτώ μου
ενώ πίσω απ' τους τοίχους
πουτάνες και πρεζάκια χερουβείμ έπαιζαν στα χαρτιά
τον έρωτα του πατέρα
τον έρωτα της μητέρας

2. 
Και τώρα που το καλοσκέφτομαι
Εγώ ποτέ δεν θέλησα ούτε ποιήματα, ούτε στίχους
Μόνο ύψος θέλησα
Να ψηλώσω, να ψηλώσω
Όσο για να μην βλέπω τοίχους να ψηλώσω
Αστέρια να μπουκώνομαι και να ξερνάω ήλιους
Άπραγος ελεήμων, ουράνιος παρίας 
Νωθρά να συμπονώ τους επι γης 

Και ξέρω όσο λίγα
πως κάποιοι, πάντα θα μαζεύουν τα κομμάτια μου
απο μια τάξη μαθητών και ολοστρόγγυλων δειλών
που ούτε είδαν, ούτε ακούν
μόνο κυλούν
όλο κυλούν 
και μόνο φτάνουν
και ούτε που ήρθανε ποτέ απο πουθενά 

Ταγμένοι λοιπόν εδώ ή εκεί, κάποτε σχολάσαμε

Κατεβήκαμε βιαστικά απ' τον ουρανό
και γονατίσαμε μπρος στη λεκάνη 
ψάχνοντας για θεούς και κέρματα 
Μάθαμε τότε για το μίσος και τα  βαμένα βλέμματα,
τη σημασία των ρυθμικών βηματισμών, 
πώς να γλύφουμε τα σύννεφα δίχως να τα πονούμε 
και να φθονούμε τους νεκρούς μιας και ανασταίνονται

1.
Και τ' άλογα, σκελετωμένα απο τον χρόνο και το φως
μιας πολιτείας γλυκιάς και μακρινής
σκύβουν κι αποκοιμιούνται μπρος στις πύλες
αφού κανείς ποτέ δεν βγήκε απο 'κει

Κανείς, ποτέ δεν έζησε εκεί




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου