Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Τυχαίνει μοίρα | Αργύρης Βαν Μπρούσσελ


Τη νύχτα που αυτοκτόνησε ο άγγελος μάτωσε ο ουρανός δέος και συγκίνηση
Αμέσως μετά δυο πουλιά έσμιξαν στα κεραμίδια - γκρεμίστηκε η οροφή
Οι μικροσκοπικές καρδιές τους έγιναν ο ουρανός της πόλης
Η καρδιά που είναι αρκετή για όλους
Λάμπουν τα χαλάσματα
-
Ποιάς πληγής το αίμα κύλησε πάνω στο ωραίο μαχαίρι;
Ο πόνος ή η έλλειψη του πονάει περισσότερο;
Χωρίς παύση, χωρίς ακόμη θάνατο
αναπνέουμε - κι εσύ ακόμα να ‘ρθεις
Έλα σαν να πρόκειται να φύγεις κι εγώ με σιγουριά θανάτου θα σε αγαπήσω
-
Κατάλευκο φως με τα πρωινά κύματα μαλλιά σου
Δάκρυσα την ομορφιά που κοιτούσες
Δεν μιλούσες
Να ‘μουν η σιωπή σου έστω
Πες μου, τι παθαίνει η μοίρα και σε ομορφαίνει τόσο;
και ομορφαίνει τόσο…
 κι όλο περνά το καλοκαίρι ξυστά απ’ τους ώμους σου
-
Να μας κάψει η αγάπη και η ομορφιά
Χαρίζουμε και χαριζόμαστε
 σιωπηλά υψώνοντας ανάστημα
ατελές, αδηφάγα ταπεινό
γυμνοί από εαυτό
σταδιακά τον αποτελούμε
Ακούς
τη στάχτη
αγάπη
μου;




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου