Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Italian love story | Ερμιόνη Τσεντίδου


Στην Τοσκάνη έφτασα όταν ο ήλιος έδυε, πίσω από τους απαλούς λόφους. Δεν είχε πολλή ζεστή, αν και ήταν μέσα Ιουνίου. Μερικά αστέρια άρχιζαν να αχνοφαίνονται πίσω από τον μεγαλύτερο λόφο της περιοχής και ένα δροσερό αεράκι χάιδευε τον λαιμό μου. 

Δεν είχα πάρει πολλά πράγματα μαζί μου. Μέσα στην καφέ μου βαλίτσα με τις φθαρμένες άκρες είχα χώσει βιαστικά ό,τι άσπρο κρεμόταν στην ντουλάπα μου, εκείνο το δαντελένιο μου φουστάνι, το άλλο με τα φαρδιά μακριά μανίκια, εκείνο με τις τιράντες από μεταξωτή κορδέλα. Πηρά ακόμα το βιολετί νυχτικό μου το και δυο τρία ακόμα φουστάνια που δεν με ένοιαζαν και πολύ. Είχα βάλει τα σανδάλια μου και δεν είχα πάρει τίποτα άλλο μαζί μου. Τα ρούχα ήταν περιττό βαρος και δεν μπορούσα να ασχοληθώ μαζί τους περισσότερο. 

Προσγειώθηκα όταν ο ήλιος έκαιγε και έφυγα με ένα ταξί αμέσως για τον αμπελώνα. Ήθελα να ξαναγυρίσω στην μυρωδιά της γης και εκείνη την χλωρή γεύση που μου άφηνε στο στόμα. Ήθελα να νιώσω τον αέρα να μου ανακατεύει τα μαλλιά. 
Δεν ήξερε πως ερχόμουν.

Από μακριά άκουγα τα άλογα να ετοιμάζονται για το βράδυ και την περιοχή να ηρεμεί σιγά σιγά. Μερικά τριζόνια είχαν αρχίσει από νωρίς να ακούγονται. Ένιωθα σπίτι μου, ακόμα και αν ήμουν δέκα χιλιάδες μίλια μακριά του. Ένιωθα πως ανήκω στον μπλαβί ουρανό και σε εκείνον που δεν ήξερε πως ερχόμουν.

Προχώρησα προς το σπίτι και άφησα τα πράγματα μου στο ξύλινο πάτωμα του χολ. Έριξα την ζακέτα μου στο πάτωμα και έβγαλα τα παπούτσια μου. Μου άρεσε να νιώθω το πάτωμα με τα ποδιά μου και να περπατώ ξυπόλυτη και να είμαι ελεύθερη. Πήγα προς την μεγάλη βεράντα με το αγιόκλημα και τα τριαντάφυλλα. Κάθισα στα λεύκα μαξιλάρια και έκλεισα τα ματιά μου.
Τα άνοιξα ξανά όταν το φεγγάρι είχε καταφέρει επιτελούς να κερδίσει την θέση του στον ουρανό. Σηκώθηκα από τα μαξιλάρια και ακούμπησα στο περβάζι σαν μια Ιουλιέτα. Έλειπε ο Ρωμαίος και τα ποιήματα και οι καληνύχτες.

Εκείνος ερχόταν από μακριά και είδε τα φώτα του σπιτιού αναμμένα. Ήξερε όμως. Έφτασε κοντά στο σπίτι και βλέποντας με εκεί με κοίταξε με τα πιο γλυκά μελένια ματιά. Μου είχε λείψει και το έβλεπε. Ανέβηκε στο μπαλκόνι και με έκανε μια αγκαλιά τόσο σφιχτή που ζαλίστηκα. Μύριζε ηλιοτρόπιο και λιακάδα και πιπέρι και όταν με φίλησε ήξερα πως του είχα λείψει. Με πηρέ απ το χέρι και καθίσαμε στα λεύκα μαξιλάρια και μου είπε για την μέρα του και τα αμπέλια και το κρασί και πως με περίμενε. Χάιδευε τα μπερδεμένα μου μαλλιά και πείραζε την κορδέλα απ το φουστάνι μου που είχε ξελυθεί.

Όταν σηκώθηκε απ' τα μαξιλάρια, ήταν δικός μου και κανένας δεν μπορούσε να μου τον πάρει. Μου έφερε κόκκινο κρασί, μεστό και με την επίγευση του αίματος και ένιωθα τα μάγουλα μου να παίρνουν φωτιά. Στο μεγάλο δέντρο είχε μικρά φωτάκια που έκαναν όλο αυτό να μοιάζει με παραμύθι. 

Έδεσα το φουστάνι μου και κάθισα στο μεγάλο μαρμάρινο τραπέζι και εκείνος που έφερε ζεστό ψωμί και πέστο και μοτσαρέλα και με κοίταζε μέσα στα μάτια. Ένιωθα ζεστασιά και ένιωθα γεμάτη.
Έβαλε στο Πικ απ ένα παλιό βινύλιο με βαλσάκια και ακορντεόν και με πηρέ αγκαλιά. Βλέπαμε τα άπειρα αστέρια στον σκοτεινό ουρανό, μακριά απ' την πόλη και τα φώτα της. Εκεί ήμασταν ως το πρωί, όταν ο μαλακός ήλιος της Τοσκάνης μας ξύπνησε.

Θα περνούσα όλο το καλοκαίρι μου εκεί αλλά δεν το ήξερα. Περισσότερο, δεν ήξερα πως θα περνούσα όλη μου την ζωή εκεί. Εκεί θα έγραφα, εκεί θα δημιουργούσα. Μαζί του γύρισα όλη την Ιταλία και περπάτησα στα στενά της Σιένα και στα μικρά μαγαζιά της Μπολόνια. Ταξίδεψα στην Σικελία, στην Μάλτα και πότε δεν βαρέθηκα. Πάντα όμως γύριζα στην Τοσκάνη και τους γλυκούς της λόφους και το χώμα με την χλωρή γεύση που μου άφηνε στο στόμα. Εκεί. Να πίνω κόκκινο κρασί και να ζω, όπως δεν είχα ζήσει πότε. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου