Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Στιγμές & Σταθμοί | Βόρειος Άνεμος

Original: Σ.Ν.Μ., Βόρειος Άνεμος

Έκατσα εκεί, στα κάγκελα, και χάζεψα μηχανικά τα βαγόνια του Ηλεκτρικού να πηγαινοέρχονται. Γλυκά κοριτσίστικα γέλια, βραχνιασμένος βήχας, κακομαθημένα παιδιά π’ ουρλιάζουν γιατί δεν πήραν το παιχνίδι που θέλανε - πριν το βαρεθούν και το παρατήσουν στη σκόνη. Στη σκόνη που καθόμουν τώρα, κι έβλεπα από κάτω τα βαγόνια. Τα βαγόνια που ‘ταν γεμάτα σκόνη. Σκόνη. Παντού σκόνη. Τί κι αν σήκωσα το βλέμμα να δω τον ήλιο, σκόνη κι εκεί, στις αχτίδες του.
Μου ‘χες πει θα ‘ρθεις να με βρεις στις δέκα. Πήγε δέκα. Πήγε έντεκα. Πήγε τρεις. Κάθομαι και ψήνομαι κάτω από τον ήλιο, σαν κάποια πέτρα εκεί πιο πέρα, που κάποιος την άφησε για έργο, κι έγινε με τον καιρό ερείπιο. Π’ όλοι την θέλουν για να ‘χουν να το λένε ότι την άγγιξαν, όλοι τη θέλουν για στάση, για να ξαποστάσουν, για τον ίσκιο ή την όψη ή την υφή της, και μετά συνεχίζουν τη ζωή τους, χωρίς αυτή. Παρατημένη, εκεί, να μαζεύει σκόνη. Δημοσίας χρήσης. Μιας χρήσης. Χρήσης έτσι ή αλλιώς. 
Κοίταξα πάλι το ρολόι. Έτσι σ’ είχα γνωρίσει, σε κάποιο νησί πριν μήνες - αιώνες φάνταζαν τώρα, σ’ άλλη Γη. Μ’ άλλο ρολόι όμως, ένα παλιό ξύλινο ρολόι τοίχου, σκαλισμένο με πολλή υπομονή, και βερνικωμένο, άγριο στην αφή, γλυκό στην όψη. Στ’ άφησα μ’ αντάλλαγμα ένα ποτό το ίδιο βράδυ. Κι ήταν αφύσικα όμορφη η βραδιά εκείνη. Και το πρωί, που σ’ είδα να ξυπνάς χαμογελαστή. Και το επόμενο βράδυ. Και το μεθεπόμενο. Σα να σ’ ήξερα χρόνια, λες. Ταυτίστηκες μ’ όσα σου ‘λεγα. Μου ‘λεγες όσα σκεφτόμουν. Χαλάλι το ρολόι, είχα σκεφτεί. Ποιος θέλει ρολόι όταν κερδίζει στιγμές, ζωντανές;
Πέρασε καμιά βδομάδα έτσι. Κάθε βράδυ το ‘βγαζες στο δωμάτιό μου. Γυρίσαμε στον Πειραιά και μπήκαμε μαζί στο τραίνο. Δεν ήμασταν και πολύ μακριά, άλλωστε. Πετράλωνα εγώ, Νέο Φάληρο εσύ. Έμοιαζαν κομματάκι-κομματάκι να πέφτουν τα κομμάτια στη θέση τους. Κοίτα να δεις, σκεφτόμουν ως τότε, πού πήγα και σε βρήκα.
Κι ύστερα, σιωπή ασυρμάτου, από τη μέρα που επιστρέψαμε. Μέχρι χτες. Τ’ άκουγα τ’ αναφιλητά που πάλευες να κρύψεις όσο μιλούσες, αλλά σκεφτόμουν περισσότερο τις βδομάδες που πέρασαν. Δεν ξέρω αν είναι εγωιστικό. Δεν είμαι πέτρα. Συμφώνησα όμως. Και να ‘μαι, πάλι πέτρα, πάλι σκόνη. Σκέφτηκα μήπως σου ‘τυχε κάτι, πήρα τηλέφωνο, τηλέφωνα. Μου το ‘κλεινες στον πρώτο τόνο. Περίμενα.
Πήγε πέντε. Μήνυμα. “Μη με περιμένεις. Μην ξαναπάρεις.” Διάολε. Τί σκατά;
Κίνησα να κατέβω τις σκάλες, να πάρω ένα από τα βαγόνια, να γυρίσω, γαμοσταυρίζοντας στο δρόμο.
“Με συγχωρείτε...” ένιωσα ένα άγγιγμα στον ώμο. Γύρισα. “Συγγνώμη. Έχω μεγαλώσει στη Σουηδία από παιδί, και είμαι από νησί. Δε γνωρίζω από Αθήνα, και με περιμένουν σε μια ώρα στο Νέο Φάληρο, για να νοικιάσω ένα σπίτι... Ξέρετε αν πηγαίνει προς τα εκεί αυτό το τραίνο;”
“Πηγαίνει.” της απάντησα κοφτά και γύρισα το κεφάλι πάλι προς τις ράγες.
Την ένιωσα να χαμηλώνει το βλέμμα, μ’ ένα αμήχανο χαμόγελο. “Σας ευχαριστώ. Δεν ήθελα να ενοχλήσω.” Απομακρύνθηκε στην αποβάθρα. Πόσο μαλάκας θα της φάνηκα. 
Περνούσαν οι στιγμές και τα λεπτά, είχε καθυστέρηση το τραίνο. Πρόλαβα και μετάνιωσα. Την πλησίασα. Ζήτησα συγγνώμη. Της εξήγησα ότι μ’ έστησες εδώ, για δεκανίκι, πάλι. Μπήκαμε μαζί στο βαγόνι. Προσφέρθηκα να την πάω εγώ, είχα μια ιδέα από τους δρόμους από τότε που δούλεψα στου Χατζημήτρου ελαιοχρωματιστής, παλιότερα.
Επόμενη στάση: Φάληρο. Κατεβήκαμε και περάσαμε ένα ένα τα δρομάκια, ψάχνοντας τη διεύθυνση που ‘χε στο τσαλακωμένο χαρτί. Περάσαμε κι από μια γειτονιά που ‘χε φασαρίες. Είχε μαζευτεί κόσμος πολύς, είχε και περιπολικά. “Τη μαχαίρωσε” μουρμούραγαν οι γείτονες, “τον κεράτωσε”, “δεν τον ήθελε”. “Ήταν η κακιά στιγμή” πήγαιναν να τον δικαιολογήσουν άλλοι. Πάει, λαλήσαμε. Γιατί δε χωρίζουν απλά οι άνθρωποι; Γιατί το νιώθουν αλυσίδα, και ή πνίγονται ή πνίγουν; Ποτέ δεν το κατάλαβα. Προσπεράσαμε. 
Τη διεύθυνση τη βρήκαμε εύκολα. Κάτσαμε και για καφέ, μετά, εκεί κοντά - φριχτή επιλογή, λάσπη ο καφές, αλλά γελάσαμε αρκετά. Αλλάξαμε κι αριθμούς. Μαρία τη λένε. Πολύ βολικά, δε χρειάζεται προσαρμογή από πατρίδα σε πατρίδα, την πείραξα. 
Γυρίζοντας σπίτι, έκανα μια προσπάθεια πάλι να σε βρω στο τηλέφωνο. Δεν ήμουν σίγουρος γιατί, ίσως για να ‘χω ένα κλείσιμο, να σου πω να μη με ξαναενοχλήσεις, από εγωισμό. Ίσως για να σου δώσω ακόμα μια ευκαιρία. Δεν ξέρω, αλήθεια. Δεν έχει και σημασία. Ο συνδρομητής που καλέσατε δεν είναι διαθέσιμος. Ειρωνία, σκέφτηκα. Πού να ‘ξερες, κι εσύ, ηχογραφημένο μήνυμα.
Έκανα ένα ζεστό ντους, και ξάπλωσα να δω τηλεόραση. Ευτυχώς πρόλαβα τ’ αθλητικά. Πάντα μ’ άρεσε να βλέπω τα γκολ, αν και ποτέ δε μου έκανε αίσθηση να δω αγώνα ολόκληρο. Έβαλα να ζεστάνω το χθεσινό φαγητό, κι αφού τσιμπολόγησα λίγο, ξάπλωσα πάλι, για ύπνο.
Σ’ ονειρεύτηκα. Σ’ έλεγαν Μαρία κι ήσουν νεκρή, μα μου χτυπούσες την πόρτα, με το ρολόι στο χέρι. Δε σ’ άνοιξα. Πήγα στο μπαλκόνι, και πήδηξα στις γραμμές του Ηλεκτρικού, και περίμενα, περίμενα, μα δεν περνούσε τραίνο. Μόνο εσύ ήρθες, ως Μαρία, και μου έδωσες το χέρι, να σηκωθώ. 
Μετά δε θυμάμαι, μέχρι που ξύπνησα, πριν λίγα λεπτά. Και καλύτερα ίσως. Σε δυο ώρες από τώρα με περιμένει η Μαρία στο νέο της σπίτι, να μ’ ευχαριστήσει με σωστό, σπιτικό καφέ για τη βοήθεια χθες, όχι λασπωμένο. Θα ‘ναι άδειο, είπε, αλλά θα πήγαινε να πάρει τ’ απαραίτητα πρωί-πρωί. Και έτσι όπως το σκέφτομαι, καθώς βουρτσίζω τα δόντια, η αλήθεια είναι ότι, ναι, ανυπομονώ να την ξαναδώ. Προσγειωμένος άνθρωπος φάνηκε. Γλυκιά, ανοιχτόμυαλη, με καλλιτεχνικές ανησυχίες, μια βαθιά θρησκευτική κατάνυξη για τις λίμνες και τα ποτάμια - και της άρεσε κι η μπάντα στο μπλουζάκι που φορούσα, είπε. Δε θα σε ξαναπάρω, λοιπόν. Μπορείς να είσαι σίγουρη. Ποιος χρειάζεται όνειρα, όταν έχεις στιγμές;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου