Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Ραγισμένες διαδρομές | Βόρειος Άνεμος

Original: Σ.Ν.Μ., (Βόρειος Άνεμος)

Έχει κάτι το σαγηνευτικό ο σταθμός των τραίνων. Ξέρω τί θα μου πεις. Είναι τα ταξίδια, είναι οι ανέμελες στιγμές, τα μπάνια, είναι που πας να δεις την κοπέλα σου, είναι που αφήνεις πίσω... όχι, όχι δεν είναι αυτό. Στο λέω τώρα που καθόμαστε σ’ έναν ερημωμένο σταθμό. Χρόνια παρατημένο κι ανενεργό. 
Με τα βαγόνια σκουριασμένα κι αφημένα στ’ αγριόχορτα. Με τη μπογιά του τοίχου να ‘χει τσακίσει. Στις γωνίες η μούχλα κερδίζει πόντο πόντο το ωχρό κίτρινο. Οι σανίδες στις γραμμές έχουν παραδοθεί. Η έντονη μυρωδιά που φέρνει πού και πού ο αέρας, θυμίζει ακριβώς πόσα αδέσποτα το ‘χουν κάνει σπίτι και χέστρα τους. 
Δεν ξέρω, μικρή. Δεν είναι “ταξίδια”, “διακοπές”, κι “αποδράσεις” αυτά που σκέφτομαι. Εμένα σκέφτομαι. Εμάς. Τη ζωή μας. Από σταθμό σε σταθμό, από μέρος σε μέρος. Ανεβαίνουν άνθρωποι, κατεβαίνουν άλλοι. Τρεφόμαστε σαν τον καρβουνιάρη, κι αφήνουμε μαύρες ανάσες από τη φωτιά στα πνευμόνια μας. Κι αγκομαχούμε από σταθμό σε σταθμό, ανηφόρες, κατηφόρες, στροφές, εκτροχιασμοί. Ώσπου μια μέρα καθόμαστε παράμερα, αφημένοι στ’ αγριόχορτα, να σκουριάσουμε, ξεχασμένα ερείπια.
Κι αν από σταθμό σε σταθμό ανεβοκατεβαίνει κόσμος, αν δενόμαστε μ’ άλλα βαγόνια και ακολουθούμε αυτές τις ράγες, αν γνωρίζουμε τόσους σταθμούς εδώ κι εκεί, στο τέλος, μόνοι με τ’ αγριόχορτα είμαστε. Και θυμόμαστε, μέχρι να σβήσουμε αργά, το ταξίδι, αυτό το ταξίδι τ’ ατελείωτο θαρρείς - θαρρούσαμε, δηλαδή, που όμως να που τέλειωσε. Κι αντηχούν στα μεταλλικά μας κλουβιά ακόμα, ισχνά, τα γέλια, οι φωνές, οι μουσικές οι εξαίσιες, και το κορμί μας γέρικο έχει γεμίσει από γκραφίτι.
Τί με κοιτάς; Πιες τον καφέ σου. Εδώ είμαι ακόμα. Δεν πάω πουθενά, μικρή μου. Δεν ήμουν σταθμός, ούτε κι εσύ. Δεν τελειώνει έτσι απλά το ταξίδι μας. Βαγόνια είμαστε, δεμένα. Παίρνουμε μαζί τις ράγες κι όπου βγάλει. Δεν το ξέρω το πρόγραμμά μας. Κάποιος σταθμάρχης, στο περίπου, ίσως το ξέρει. Δεν τον έχω δει ποτέ. Δεν ξέρω κι αν υπάρχει. Και ξέρεις κάτι, ρε Λιάνα; Χέστηκα. Αλήθεια στο λέω, δε με νοιάζει. Εμένα μ’ απασχολούν τα βαγόνια που ‘ναι μαζί μου, κι οι σταθμοί που περνάω. 
Κι όταν σωπάσουν οι μουσικές οι εξαίσιες, τα γέλια, οι φωνές, με το κορμί μου γέρικο γεμάτο από γκραφίτι, θα ξαπλώσω κι εγώ με τ’ αγριόχορτα, γεμάτη χαρά, ευτυχισμένη που τα ‘ζησα. Κι αν συνεχίσεις μετά, εσύ, κράτα καλά μαζί σου τα βαγόνια σου, κι απόλαυσε κάθε σταθμό και για μένα. Και πού και πού να θυμάσαι την ιδιότροπη Σόνια σου. 
Αλλά τέλειωσε τον καφέ σου, τώρα. Πιάνει να πέφτει ο ήλιος. Πρέπει να φύγουμε σύντομα. Σε περιμένουν.


Abstract Photographer Micha Rainer Pali 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου