Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Σβησμένα αποτσίγαρα. - Έβα Γκρην

Ποτέ δεν έχω υπάρξει μόνος. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου πάντοτε αυτές οι σκύλες να με καταδιώκουν. Πάντοτε σα λυσσασμένες να ορμάνε να μου τον γλείψουν. Και πάντα εγώ να υπομένω ανίκανος να αμυνθώ, τόσο λίγος μπροστά στην τόση τους δύναμη. Δε θα πω πως είχα ποτέ πρόβλημα με αυτό. Πάντοτε το γούσταρα. Πάντοτε τις γούσταρα. Ξανθές, μελαχρινές, ψηλές, κοντές, ποιήτριες, ζωγράφοι, καλλιτέχνες - του ποιοτικού και μη, δικηγόροι, γιατροί, πωλήτριες. Καλλιτέχνες, όλες τους. - Ή μήπως καλλιτέχνιδες; Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Κράτα το γραμματικά σωστό. Πάντοτε μου άρεσαν οι γυναίκες. Κακά τα ψέματα, είναι η ωραιότερη εικόνα που θες να αντικρίζεις. Η μόνη -ίσως - τέχνη. Τα βράδια συντροφιά με ένα ουίσκι, τα απογεύματα παρέα στον περίπατο, τα μεσημέρια μαζί με τον καφέ ή το φαγητό, τα πρωινά δίπλα στο κρεβάτι. Μπα, μπα όχι. Αυτό το τελευταίο δε μοιάζει καθόλου δελεαστικό. Ας κρατήσουμε τα άλλα δύο τρίτα της ημέρας. Τα πρωινά είναι για σένα, την εφημερίδα και τον καφέ. Τον σκέτο ελληνικό διπλό που γουστάρεις να πίνεις μόνος σου από τότε που ξεκίνησες να πίνεις καφέ.
Τέλος πάντων, ας μη μιλάμε για τις ιδιοτροπίες μου. Γέρος είμαι, παράξενος είμαι. Ότι θέλω κάνω. Ότι θέλω σκέφτομαι. Άλλωστε κείνες που πρέπει ξέρουν. Κείνες που δεν έμαθαν ποτέ, πάλι για κάποιο λόγο δεν έμαθαν. Κείνο που με στοιχειώνει όμως ακόμα και σήμερα είναι το φάντασμα εκείνης. Το φάντασμα εκείνης που θα μπορούσα να έχω ερωτευτεί, όσο εγώ παραδινόμουν σε εφήμερους έρωτες και ξέστρωνα κρεβάτια, όσο τις άφηνα να τον παίρνουν στο στόμα τους και να κάνουν παιχνίδι. Όσο εξερευνούσα τα γυμνά στήθια και τα ανοιγμένα πόδια τους. Πόση μαγεία αλήθεια μπορεί να χωρέσει σε μια τόσο δα μικρή εικόνα. Τα πόδια τους, ναι τα πόδια τους. Και δε λέω. Πέρασα καλά. Με όλες τους. Καθεμιά και μία ιστορία, καθεμιά και ένα βίωμα, μια μικρή ιστορία για να 'χω να θυμάμαι, για να χω τάχα να διηγούμαι όταν με πιάνουν τα κόμπλεξ μου. Ξέρεις, ο Κ. λέει -παλιόφιλος, ξέρετε από την παρέα του Τσαρλς και αυτός - ότι τάχα όσο νιώθεις είσαι. Και τον πιστεύω τον Κ. Τα λέει γαμάτα. Και έχω ανάγκη να τον πιστέψω τον Κ. Γιατί νιώθω έφηβος, γιατί είμαι έφηβος, γιατί πολύ περισσότερο έχω ανάγκη να ξεράσω την ευθύνη. Τις ευθύνες.
Και ευθύνες και σκέψεις και άλλα τόσα που πρέπει κάποια στιγμή να πάω να χέσω στην τουαλέτα, να πάω να τα ξεράσω μπας και ηρεμήσει το στομάχι μου. Λες και τάχα όλες τούτες οι ερωμένες δεν ήταν ευθύνες. Λες και η ανωριμότητα δεν είναι ευθύνη. Άτιμο πράγμα οι γυναίκες. Άτιμο. Πάντοτε να θέλουν να σε μαντρώσουν, να σε θέλουν μόνο για πάρτη τους, να μη καταλαβαίνουν, να μη θέλουν να καταλάβουν. Πάντα να ζητάνε πιότερα. Και αν και τάχα πας να ανοιχτείς σε καμία αυτή να νομίζει ότι θες να τη χαλβαδιάσεις. Πάντοτε να παρεξηγούν και πάντοτε να πρέπει να αναλώνεσαι σε εξηγήσεις. Πότε στη Λένα που δε θες πια μήτε να την πηδήξεις, πότε σε αυτές που τάχα θέλουν και δεύτερο βράδυ. Ή και πρώτο. Με κάποιες δε σου βγαίνει καν αυτό. Κι εσύ πάντοτε υπόλογος. Πάντοτε να πρέπει να τους εξηγείς, ή να μαζεύεις τον αέρα που έδωσες. Τι τα θες; Πάντοτε αυτές. Η ωραιότερη σαρκοφάγος. Η πιο μυστήρια τάφρος. Πάντοτε αυτές. Εκείνες. Πάντοτε. Τα πιο όμορφα πλάσματα που ένα βράδυ μαστουρωμένος ονειρεύτηκε κάποιος δαίμονας. Γιατί τόση ομορφιά δε μπορεί να 'ναι θεϊκή. Τούτα τα πλάσματα θαρρείς είναι ενός αλλιώτικου κόσμου.

Θαρρείς μάλιστα πως πολλές από αυτές θα μπορούσες να τις έχεις ερωτευτεί. Γιατί δε το έκανες; Γιατί δε τις ερωτεύτηκες ρε μάγκα; , θα ρωτήσεις και ύστερα θα συνεχίσεις με τόνο επικριτικό. Γιατί πάντοτε το μόνο που γούσταρες ήταν η πάρτη σου. Αυτή και μόνο αυτή. Γιατί ποτέ δε συμβιβάστηκες με αυτήν. Γιατί πάντοτε γούσταρες αυτές τις συζητήσεις μετά το σεξ. Αυτά τα δέκα μακάρια λεπτά μετά από 'κείνη τη ζωή που 'χε βγει από μέσα σου. Κείνα τα δέκα λεπτά πριν τον ύπνο. Κείνα τα λεπτά που τους έκανες μια ψευτοαγκαλιά και προσπαθούσες να ανοίξεις συζήτηση. Τι τα θες; Όλες τους επιφανειακές. Όλες σε τρόμαζαν μόλις οι μπογιές έτρεχαν στα γυμνά τους πρόσωπα. Όλες για το γαμήσι και τη μόστρα. Όλες. Μόνο. Καμιά δε σε θέλησε για τα βιβλία σου. Καμιά δε πρέπει να τα 'χε διαβάσει ποτέ. Μήτε μία.
Εκτός από εκείνη. Εκείνη είπε πως τα χε διαβάσει. Και το 'πε πριν τη γαμήσεις. Το πε πριν καν της πεις ότι θες να την πηδήξεις. Όμως, γιατί τούτη να ναι διαφορετική, σκέφτηκες, αναρωτήθηκες. Έσβησες το τσιγάρο στο πάτωμα και το πάτησες. Έριξες και μια χλέπα για να ξεπλύνεις το στόμα σου. Ήθελες να τη γαμήσεις. Ήθελες να γαμηθείτε. Κι όμως, κάτι έμενε μετέωρο να σε κρατάει. Θαρρείς πως ήταν ο εαυτός σου. Ο εαυτός σου που δε ψήθηκε να αφεθεί, που δε ψήθηκε να ερωτευτεί, που βαρέθηκε πια να γνωρίζει γκόμενες και να 'ναι όλες μια από τα ίδια. Ή ίσως κι εκείνη. Ίσως να βιάστηκε. Ίσως να νόμισε πως είσαι κάτι άλλο. Ποτέ δε κατάλαβε. Ποτέ δε θα καταλάβει. Λες και εσύ καταλαβαίνεις τα πάντα. 
Θαρρείς πως όλοι όταν μεγαλώνουμε, αρχίζουμε να ξενερώνουμε. Θαρρείς από συμβιβασμό; Από απογοήτευση; Έπειτα, είναι που θέλει να ζήσει, που θέλει όλα να τα κάνει, που θέλει όλα να τα γευτεί. Ενώ εσύ πια ξέρεις. Δεν είσαι άγιος. Μήτε θα αγιάσεις. Όμως ξέρεις. Πως κάθε άγιος έχει ένα παρελθόν και κάθε δαίμονας έχει ένα μέλλον. Το ξέρεις γιατί το συζήτησες με το φίλο τον Όσκαρ εκείνο το βράδυ με τα ξύδια. Και μπορεί να μην είσαι άγιος, όμως παρελθόν έχεις. Σελίδες ολόκληρες με μουτζούρες, φωτογραφίες πεταμένες απ' άκρη σ' άκρη του καθιστικού. Και πια μήτε κείνη η μυρωδιά από γαζία σου λείπει, μήτε τα ξέφρενα βράδια με αλκοόλ και τσιγάρα. Αν μη τι άλλο, δε ξέρεις πια αν είσαι σε θέση να μοιράζεσαι τα τσιγάρα σου, αν είσαι σε θέση να τα καπνίζετε παρέα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου