Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή - Χάρις Γεωργίου

Ακόμα ένα βράδυ που βυθίζομαι σε πετρέλαια. Κρασιά πετρέλαια. Μήτε ένα ουίσκι να ξεχαστώ, μήτε ένα ποτό της προκοπής. Φλορέψαμε δικιά μου. Θαρρείς γεράσαμε. Με κρασιά τη βγάζουμε πλέον. Δήθεν και τάχα μου κυριλέδες μια αστικής κοινωνίας που έτσι μας ανέθρεψε. Μιας κοινωνίας της οποίας τα δεσμά προσπαθήσαμε να σπάσουμε. Κι όμως δε το θελήσαμε ποτέ αρκετά. Τα δεσμά. Τα δεσμά που ακόμα δεν έχουμε συνηθίσει. Γι' αυτό και ναρκώνουμε την τάχα ήρεμη συνείδησή μας για να τα ανεχτούμε και να πέσουμε για ύπνο. Για να υπομείνουμε ακόμα ένα βράδυ.
Ξυπνάς. Πρώτο τηλέφωνο. Σκατά. Πρώτο καλημέρα της εβδομάδας, δημόσια υπηρεσία. Σκατά. Δεύτερο καλημέρα, καβγάς. Σκατά. Τρίτο, πάλι σκατά. Αποφασίζεις να σταματήσεις να τζογάρεις. Δε θα σου ρθει η ζαριά. Ούτε και το μήνυμα. Εκείνο το μήνυμα. Που δε ξέρεις γιατί, αλλά θες να σου έρθει. Πάει μια εβδομάδα τώρα που το σκέφτεσαι. Θαρρείς και είναι τόσο ανούσιο μια και δεν έχει καθορισμένη μορφή, που δε ξέρεις καν γιατί το σκέφτεσαι. Κι αν σου έρθει, ας πούμε, τι θες να λέει; Τι θες να σου πει; Λες και θα γράφει κάτι που δεν έχεις ξαναδιαβάσει. Λες και θα λέει κάτι που δεν έχεις ξανακούσει, ξαναδεί. Όχι, θα είναι ένα τετριμμένο μήνυμα σαν όλα τα άλλα. Σαν όλα εκείνα που απέρριψες γελώντας. Θαρρείς πως και αυτό θα το απορρίψεις, αφότου νιώσεις μια έπαρση να τονώνει τον εγωισμό σου.
Θαρρείς πως θα το παραμελήσεις σκεπτόμενη τον αποστολέα. Λες και έχει ποτέ σημασία ο αποστολέας. Πάντοτε εσύ. Εσύ και οι σαλτιμπάγκοι που διαλέγεις. Κάθε φορά και άλλος πρωταγωνιστής. Κάθε φορά κι άλλο ένα ακόμα σενάριο για να μπολιάζεις την μίζερη ζωή σου με περίσσεια ονειροπόληση. Κάθε φορά. Μια νέα φορά. Κι ύστερα πάλι όλα από την αρχή. Λες και δεν έμαθες. Λες και δεν έπαθες. Λες και τούτο το μυαλό ζει από τούτη τη ματαιότητα. Κάθε φορά εσύ να το μαλώνεις. Κάθε φορά αυτό να μάχεται να σου αντισταθεί. Και πάντα να διαλέγει τους πιο περίεργους. Καλλιτέχνες, ποιητές, συγγραφείς... ενίοτε συμβατικούς γραφιάδες. Αλλά όλοι ένας και ένας. Λες και πάει και τους διαλέγει επίτηδες. Λες και κάτι το κεντρίζει σε αυτή την άρρωστη ψυχοσύνθεση που τους διακρίνει. Θαρρείς μάλιστα πως το κάνει επίτηδες. Θαρρείς πως θέλει να σου πάει κόντρα. Λες και σου κρατάει μούτρα για κάτι. Λες και απόψε σου χει θυμώσει. Κι εσύ αμέτοχη να το κοροϊδεύεις που κι απόψε περιμένει εκείνο τάχα το μήνυμα θρέφοντας τα σωθικά με αλκοόλ. Λες κι άμα έρθει το μήνυμα θα σωθεί. Θαρρείς μάλιστα πως το χει τάχα πιστέψει κιόλας. Τι ιστορίες σκάρωσε πάλι! Τι παραμύθια για να ηρεμήσει από τις σκέψεις που το βασανίζουν!
Ξέρεις, ώρες ώρες το φαντάζομαι σαν ένα μικρό παιδί. Απροστάτευτο. Αβοήθητο. Κακομαθημένο. Άλλοτε να γυρεύει καραμέλες από ξένους για να ναρκωθεί κι άλλοτε να τρέχει στην αγκαλιά της μάνας του για συγχώρεση και βοήθεια. Κάποιες φορές δε τις παίρνει τις καραμέλες. Το παίζει ζόρικο και λέει πως τάχα δε μιλάει σε αγνώστους. Κι ύστερα πλανεύεται θαρρείς από δαύτους και σκαρώνει το πως θα τους τις κλέψει. Ύστερα πάλι το μετανιώνει και δε πραγματοποιεί ποτέ τούτα του τα σχέδια. Βαθιά μέσα του δεν έχει ανάγκη τις καραμέλες τους. Βαθιά μέσα του ξέρει πως και αυτοί μια από τα ίδια θα του πουλήσουν. Χαπάκια για τη συνείδηση. Θα τα κουμπώσει. Μια, δυο, τρεις. Ύστερα πάλι θα μείνει ανικανοποίητο γυρεύοντας για πιο χρωματιστά. Γυρεύοντας για πιο γαμάτα. Πάντοτε ανικανοποίητο. Πάντοτε μεταξύ υποταγής και μετάνοιας. Και καμιά ικανοποίηση δε θα του δίνει πια μήτε ένα χάπι. Μήτε ένα παυσίπονο. Γιατί θα ξέρει. Όλα είναι μία από τα ίδια.
Θαρρείς γι' αυτό επιλέγει τη σιγουριά του. Γι αυτό επιμένει στο κρασί. Μεγάλωσε θαρρείς. Φοβάται πια τα ουίσκια. Φοβάται τις σκέψεις που φέρνουν. Και σκέψεις και μηνύματα και λέξεις. Μια αέναη συμβατική - πια και αυτή - επανάληψη. Μια επανάληψη που δεν έχει τελειωμό. Που δεν έχει μήτε νόημα. Λες και οι άλλες συμβατικότητες τις οποίες ανέχεται έχουν. Λες και τάχα όλη του η ύπαρξη δε βασίζεται σε μια συμβατικότητα, σε μια σύμβαση θαρρείς με το πραγματικό. Και ο ρεαλισμός. Ένα ακόμα κίνημα των διεθνών σχέσεων να το βασανίζει. Κι αυτό να μάχεται ανυπάκουο να αποστηθίσει "Joseph Nye". Μιας και ξέρει. Έμαθε πια. Όλα τούτα που σκέφτεται δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επίδειξη "ήπιας ισχύος". Μια ισχύς που άλλοτε γέρνει προς το μέρος του και άλλοτε το καταδιώκει. Και μόνο υπόλογο πάντοτε αυτό.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου