Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Macro for Dummies - Έβα Γκρην

Πάνε μέρες που δεν έχω γράψει μήτε λέξη. Μέρες παγιδευμένος σε αλγόριθμους και στείρες στατιστικές. Μέρες πάνω από λογιστικά βιβλία και προσθαφαιρέσεις. Πάντα κάτι να προσθέτεις. Πάντα κάτι να αφαιρείς. Πάντα. Πάντα κάτι να λείπει. Πάντα κάτι να περισσεύει. Λογαριασμοί κι άλλοι λογαριασμοί. Και πάντα να λείπουν τα τακτοποιητέα στοιχεία. Τι τα θες; Τα 'χε πει και ο Νίκος. Η πεζή καθημερινότητα να πασχίζει να σκοτώσει τα κομμάτια που σε αποτελούν. Όλα μαζί κι ύστερα ένα-ένα. Να διασπάσει τούτη σου την υπόσταση και να την κάνει ένα με τη μάζα. Ένα με το μπετό. Να σκοτώσει εσένα. Να σε αφομοιώσει. Αυτό που είσαι κι αυτό που σκέφτεσαι. Να σε υποτάξει. Κι εσύ να προσπαθείς να της παραδοθείς υπομένοντας ένα-ένα τα βασανιστήρια της. Να της παραδοθείς μπας και καταφέρεις να ξεχάσεις τούτη την άτακτη σκέψη που ήρθε πάλι σαν παλιός γνώριμος για να βασανίσει κι απόψε το κεφάλι σου. Μια σκέψη σαν εκείνες που με περίσσεια τόλμη σκάρωνε η νιότη σου. Μια σκέψη που τόσα και τόσα βράδια δε σε αφήνει να κλείσεις μάτι.
Σηκώνεσαι και ανάβεις ένα τσιγάρο. Ρίχνεις δυο τρεις ανούσιες ματιές στο χώρο - άδειος και απόψε τι τα θες; Ανοίγεις την μπαλκονόπορτα και κοιτάς την φωτισμένη Αθήνα. Τραβάς δυο τζούρες νικοτίνη. Ύστερα μία οξυγόνο μπας και ξεμπετώσει το κεφάλι σου. Κλωτσάς χωρίς λόγο ένα έπιπλο ριγμένο κάπου σε μια άκρη. "Στο διάολο κι εσύ", φωνάζεις. Λες και τάχα θα σου απαντήσει. Ύστερα ξαπλώνεις πάλι για να κοιμηθείς.
Ξέρεις αύριο θα την δεις. Όπως κάνεις κάθε εβδομάδα. Πάντοτε την ίδια ώρα. Πάντα κάθε Τετάρτη. Θα έρθει πάλι να σε βρει. Στο ίδιο μέρος. Εκεί που οι δυο καμπύλες εφάπτονται και βρίσκουν σημείο τομής. Εκεί που δυο σώματα παλεύουν να ενωθούν μαινόμενα το χρόνο και τους αριθμούς. Εκεί που δε μπορείς να εξηγήσεις πως βρέθηκες, ούτε πως θα φύγεις. "Σε θέλω", της ψιθυρίζεις και με μια κίνηση του χεριού σου της τραβάς τα μαλλιά με μανία. "Σε θέλω", της επαναλαμβάνεις για να μη το ξεχάσει. Ύστερα της ξεκουμπώνεις αργά το πουκάμισο. Το νεανικό της στήθος ξεπροβάλει, ενώ εσύ σαστισμένος προσπαθείς να μη τα χάσεις. Νιώθεις νικημένος. "Σε παρακαλώ, λυπήσου με.", θες να φωνάξεις, καθώς σε κοιτάζει με το πιο αθώο της βλέμμα. Σηκώνεις την φούστα της και την φέρνεις πάνω σου. Την κοιτάζεις. Μπαίνεις μέσα της ξανά και ξανά και ξανά. Ύστερα τη νιώθεις να συσπάται, ενώ εσύ βρίσκεσαι ακόμα μέσα της. Νιώθεις το κορμί της να πάλλεται μες τα δυο σου χέρια. Να μάχεται τάχα για να λευτερωθεί. Κοιτάς το χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ύστερα τελειώνεις κι εσύ. Την παίρνεις αγκαλιά και τη φιλάς στο μέτωπο σα να θες να την προστατεύσεις από εσένα.
Ξυπνάς ιδρωμένος. Τι θα σκαρφιστείς πάλι να της πεις; Ποια τάχα δικαιολογία για να κάνεις πως τάχα την αποφεύγεις; Με ποιο τάχα ψέμα θα φιμώσεις το κεφάλι σου; Πρέπει να σκεφτείς. Κάθεσαι και διαβάζεις και πάλι το mail της. Ξεκινάς να απαντάς. Πρέπει να την αποφύγεις τούτη τη συνάντηση. Σβήνεις, γράφεις, σβήνεις, γράφεις. Σε μια αέναη σχεδόν μάταιη επανάληψη. Σχεδόν τόσο μάταιη όσο τούτη η ονειροπώληση. 
Κλείνεις με μανία την οθόνη του λαπτοπ, πιστεύοντας πως τάχα έτσι θα την αποφύγεις. Κι ύστερα πέφτεις και πάλι να κοιμηθείς. Η σκέψη της σε χτυπά με μανία. Ανούσιες σκέψεις που δε μπορείς να ελέγξεις. 
"Πρέπει να την ξαναδώ. Πρέπει να της πω Σε θέλω".




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου