Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2020

Στους περιπατητές του έρωτα | Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Σαν Σήμερα γεννιέται ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης.



Δεν ξέρω αν πρέπει ν’ αρχίσω με τα κορίτσια ή τα σπίτια.

Σ’ ό,τι θέλω να πω τοπογραφία κι αίσθημα καταλήγουν στο θαύμα.

Το θαύμα αισθητοποιεί μορφές απ’ όσες δεν βλέπουμε,

ανοίγοντας τα μάτια μόνο για τα εφήμερα της ανάγκης και μάταια.


Με το σούρουπο η κόρη καθισμένη στην άσπρη πέτρα,

όπου τώρα το καινούριο σπίτι δίχως κουφώματα κι επίχρισμα,

αγαπώντας πολύ, καθώς δε θα ’μενε να παντρευτεί στη γης,

στον ουρανό σαν σύννεφο σκορπούσε πέρ’ απ’ τα πρόσκαιρα.


Για σας μιλώ εραστές που βγαίνοντας στην ανθισμένη εξοχή,

ακολουθάτε τον δρόμο τον παλιό που η κοινή χρήση εγκατέλειψε.

Σεις ξέρετε πόσο μακριά, πάν’ απ’ όλη της πόλης την έκταση,

μας ταξιδεύει έν’ αρμονικό προς τα γύρω χρώμα εμφάνισης.


Ούτε καν σαν ποιότητα εμφανούς χρώματος, στη μνήμη,

της άλλης κοπέλας της φίλης πώμεινε κι αποκαταστάθηκε,

περισώζεται η πεθαμένη κι αποδίδεται στη σκιά,

η αρχαία επίμονη φήμη για την καλλονή της.


Ούτε καν ο τάφος της με το σταυρό είναι σ’ αυτή τη γη.

Ξενιτεμένη αποχωρίστηκε εντελώς την τακτικιά της θέση,

όπου πολύχρωμα φτωχά χαμόσπιτα και κήποι ανέρπουν,

όπου βαδίζοντας γεμίζετε τις αγκαλιές σας κρίνα.


Ακούστε, στο κάθε χτύπημα πρέπει ν’ αρχίσουμε ν’ ανοίγουμε την πόρτα.

Στοιχειώνει και μένει ακατοίκητο το σπίτι αλλιώς.

Τα θαυμάσια φανερώνονται στα σπλάχνα της γης άμα ανοίγονται.

Αγίων εικόνες σκοτεινές που εις Κύριον απεδήμησαν.


Παρόμοια εικόνα ανευρέθη κάτω απ’ την άσπρη πέτρα,

όταν ησύχασε, απ’ τους μυστηριώδεις νυκτερινούς λιθοβολισμούς

η περιοικία, όπου περιδιαβάζετε αγκαλιασμένοι, με πόθο.

Κρατώντας σαν άπλερο πουλί θερμά το χέρι της αγαπημένης.


(1951)


Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου