Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020

Θεοχάρης Παπαδόπουλος | Ο κοντύτερος άνθρωπος της πόλης



Ο κύριος Δημητράκης μπήκε στο σπίτι του. Κλειδώθηκε καλά-καλά μέσα και βούλιαξε στον καναπέ συλλογισμένος. Λίγο αργότερα, σηκώθηκε με κόπο και πήγε στην τουαλέτα. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο, πήγε κατευθείαν στο νιπτήρα, άνοιξε τη βρύση κι έριξε μπόλικο νερό στο ιδρωμένο πρόσωπό του. Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη κι αναστέναξε:

-Αχχχ!!! Κυρ-Δημητράκη. Την έβγαλες και σήμερα και κατευθύνθηκε βαρύς προς τον καναπέ.

Ο κύριος Δημητράκης είχε ένα πρόβλημα. Ήταν κοντός. Πολύ κοντός. Ήταν ο κοντύτερος άνθρωπος της πόλης. 

Όταν ήταν παιδί, από ένα σημείο και μετά, έπαψε να ψηλώνει. Οι γονείς του τον πλάκωσαν στα γάλατα και στα συμπληρώματα διατροφής. Το μόνο, που κατάφεραν ήταν να τον παχύνουν, όχι, όμως, να τον ψηλώσουν. Όταν το πήραν απόφαση ότι δεν ψήλωνε άλλο, άρχισαν να αδιαφορούν. Δεν του έλεγαν τίποτα, αλλά το έβλεπε στις εκφράσεις τους ότι τον αντιμετώπιζαν σαν άρρωστο.

Στο σχολείο τα πειράγματα έπεφταν βροχή. Οι δάσκαλοι τον αγνοούσαν ενώ υπήρχε καθηγητής, που του έβαζε κάθε φορά ένα βαθμό χαμηλότερο απ’ όσο άξιζε, γιατί ήταν κοντός. Οι συμμαθητές του δεν τον έκαναν παρέα και αν ενδιαφέρονταν γι’ αυτόν ήταν μόνο για να τον πειράξουν. Όνομα δεν είχε στο σχολείο. Κοντό τον ανέβαζαν, νάνο τον κατέβαζαν. Δεν άντεξε. Στα 14 αρνήθηκε να ξαναπάει στο σχολείο.

Μεγαλώνοντας τα πράγματα χειροτέρεψαν. Όταν τον πήραν φαντάρο, ήταν τέτοια τα πειράγματα, που του κάνανε, που λίγες μέρες μετά πήρε απαλλαγή. Όμως, ο έξω κόσμος δεν ήταν καλύτερος. Πολλοί τον πάταγαν στον δρόμο. Υπήρχαν τρεις τύποι ανθρώπων, που τον πάταγαν: Οι πρώτοι ήταν αυτοί, που τον πάταγαν επίτηδες και το έδειχναν γελώντας σαδιστικά, όπως θα πάταγαν μυρμήγκια και κατσαρίδες. Οι δεύτεροι ήταν εκείνοι, που έκαναν πως δεν τον είδαν και γελούσαν μέσα τους. Υπήρχαν κι εκείνοι, που κοίταγαν μονίμως ψηλά, ν’ αρπάξουν καμιά εύνοια. Αυτοί δεν τον έβλεπαν στ’ αλήθεια. Συνήθως όσοι χαμήλωναν το βλέμμα να τον κοιτάξουν, τον έβλεπαν αφ’ υψηλού. Κάποτε κάποιος πήγε να τον πατήσει κι ένας φίλος του, που περπατούσε δίπλα του, είπε:

-Έι! Μην πατάς τα σκατά! Ο κύριος Δημητράκης πικράθηκε πολύ. Θα προτιμούσε να τον είχαν πατήσει.

Εκτός από αυτούς, που τον πάταγαν, υπήρχαν και κάποιοι ακόμα χειρότεροι. Υπήρχαν εκείνοι, που αφού τον έβριζαν αισχρά, του έβαζαν χέρι. Κάποιος είχε δοκιμάσει να τον γδύσει και θα το είχε κάνει αν δεν είχε φοβηθεί τους περαστικούς.

Σε όλα αυτά ο κύριος Δημητράκης δεν αντιδρούσε. Ένιωθε πολύ αδύναμος. Πως θα τα έβαζε μαζί τους αυτός ο κοντός ανθρωπάκος, που μπορούσε να διαλυθεί στην πρώτη σφαλιάρα; Έκανε υπομονή και όταν γυρνούσε στο σπίτι του, μόνος και ασφαλής έβριζε και ξεθύμαινε.

Εκείνη τη μέρα, ο κύριος Δημητράκης είχε επιστρέψει στο σπίτι του, εξουθενωμένος. Τον είχαν πατήσει πολλές φορές και κάποιος τον είχε κλωτσήσει σαν σκουπίδι. Δεν πήγαινε άλλο. Κάτι έπρεπε να κάνει. Κάτι, που να του εξασφάλιζε ότι δεν θα τον ξαναπατούσε και δεν θα τον ξαναπείραζε κανείς.

Ο κύριος Δημητράκης σηκώθηκε από τον καναπέ, βεβαιώθηκε ότι όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά και πήγε με αργές αλλά αποφασιστικές κινήσεις στην κουζίνα. Άνοιξε ένα ντουλάπι, έβγαλε το γκαζάκι και το άνοιξε. Στη συνέχεια πήγε στην κρεβατοκάμαρα, ξάπλωσε στο κρεβάτι και έκλεισε τα μάτια του. Τότε είδε πολύ κόσμο να τον πλησιάζει και όλοι του χαμογελούσαν. Όλοι του μιλούσαν ευγενικά. Κανένας δεν τον πατούσε πια. Κανένας δεν τον πείραζε. Και ο κύριος Δημητράκης ψήλωσε. Ψήλωσε πολύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου