Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Όταν η ποίηση «εξακριβώνεται μέσα σου σ’ ένα έτοιμο κιόλας συναίσθημα» | Κατερίνα Καλαμπάκα





Έφυγε χορτασμένη από στίχους και ζωή στα 89 της χρόνια, η Κική Δημουλά. Ήταν ενεργή συγγραφικά μέχρι και πρόσφατα, αν αναρωτηθεί κανείς την ηλικία της, δε σταμάτησε να παθιάζεται μ’ αυτό το οποίο κάνει μέχρι την επιδείνωση της υγεία της. Ποτέ δεν άφησε να την επηρεάσει η έπαρση της φήμης κι όπως είπε η ίδια έμεινε μητέρα, γιαγιά, ο εαυτός της. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1952 με την ποιητική συλλογή Ποιήματα, την οποία αποκήρυξε μετά από λίγο και την απέσυρε από την κυκλοφορία. Η τελευταία δημοσιευμένη συλλογή της ήταν η Άνω τελεία το 2016 από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Παρομοίαζε την ποιητική δημιουργία μ’ ένα δέντρο στην έρημο, ενώ ήσουν υποχρεωμένος να το φτιάξεις στο άκουσμα και στη θέαση ενός πουλιού, όπου σ’ αυτό έβλεπε το κίνητρο, την εσωτερική ανάγκη και δίψα του δημιουργού να κάνει τέχνη, του συγγραφέα να γράψει. Η γραφή εδώ μοιάζει να γεμίζει με λανθάνον τρόπο το κενό μιας απουσίας. Ο ελεύθερος στίχος, που ήταν το «κατηγορώ» της ποιητικής γενιάς της, ανακουφίζει προσωρινά τον εσωτερικό πόνο, που μπορεί να γεννηθεί από το πολύπλευρο είδος της απώλειας.

Ονόμασε τα «μάτια καθημερινά απογεύματα» γιατί ήταν «πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο» και «όταν έβρεχε δεν έπαιρνε ομπρέλα» γιατί ήθελε «να μετρήσει με πόσους συμβιβασμούς συζούμε». Έτσι, ήρθε αντιμέτωπη με τη «λάθος πίκρα που σκότωσε, αυτή που τη φαρμάκωσε ζει» και πως «τον έρωτα τον έπλασε ο θάνατος από άγρια περιέργεια να εννοήσει τι είναι ζωή». Η ίδια μας παρότρυνε να επιλέγουμε την «αβεβαιότητα γιατί σπανίως πέφτει έξω».

Το συναίσθημα, το οποίο ξεχειλίζει από στροφή σε στροφή, από σημείο στίξης σε σημείο στίξης μπορεί ίσως να μην έδωσε την απάντηση στην ίδια παρά την ψευδαίσθηση μιας παροδικής λύτρωσης, αλλά με ένα μαγικό τρόπο δίνει στον εκάστοτε αναγνώστη την σωστή απάντηση, την λύση σε κάθε ερώτημα.

Η φωνή που αναβλύζει από το άκουσμα ή την μελέτη των ποιημάτων της ηχεί εξ’ ολοκλήρου στον ψυχισμό όλων μας κι αυτό συμβαίνει όχι μόνο λόγω της μορφής, της τεχνικής, του ύφους, που χαρακτήρισε μια ολόκληρη μεταπολεμική γενιά που ανήκει, αλλά πολύ περισσότερο από τα θέματα, τα οποία επέλεξε να θίξει. Η ίδια έφερε στο φως κοινούς προβληματισμούς που γεννιόντουσαν μέσα από τα πάθη και τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων όπως: ο φόβος, ο έρωτας, η απογοήτευση, η πτώση, η φθορά χρόνου, η αγάπη, η αγαπάει που πληγώνει, ο πόνος της ψυχής και του σώματος.

Ήταν αυτή που μας έμαθε πως «κανένα τέλος δεν έρχεται με άδεια χέρια» και πως «το μακρύτερο ταξίδι είναι το πεπρωμένο». Πως όσο κι αν «σε κουράσει το πρόσωπο του κόσμου» ποτέ μα ποτέ να μη συμβιβάζεσαι με το λίγο, να έρχεσαι «σε ρήξη με το λίγο». Και μπορεί να είμαστε «αναποφάσιστοι ακροβάτες», αλλά δεν πρέπει να τους ακούμε ούτε να τους φοβόμαστε γιατί «ο φόβος όνομα ουσιαστικόν, στην αρχή ενικός αριθμός και μετά πληθυντικός». Στο κάτω κάτω «να αντέξεις είναι το ζητούμε όχι να καταλάβεις».

Από μια πιο αποστασιοποιημένη οπτική, έφερε στο φως όλες εκείνες τις θεματικές, όπου ο αναγνώστης είχε ανάγκη να ακούσει εκείνη την εποχή και σε κάθε άλλωστε εποχή, γι’ αυτό δεν έχουν σταματήσει να εμφανίζονται μπροστά μας οι συνδυασμοί των λέξεων της που έφτιαξαν ποιήματα και κάλυψαν κάποια στιγμή, κάπου, για ανεξήγητο λόγο, κάποιο κενό μας, κάποιο κομμάτι που μας έλειπε, κάποια επεξήγηση που ψάχναμε σαν τρελοί.

Αυτό έκανε, προσπαθούσε γράφοντας να γεμίσει το κενό, να ενώσει το αβάσταχτο αγεφύρωτο ανάμεσα την αλληλοεπικοινωνία, στο «εγώ» και το «εσύ», στο «εμείς» και οι «άλλοι», στο «εγώ» και η «άλλοι».

Κ.Δ.: «Δεν μου ήταν ποτέ εύκολο να συνεννοηθώ με άνθρωπο. Ούτε μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι ήταν τόσο διαφορετικοί από εμένα. Αυτό βέβαια ήταν πολύ αφελές από τη μεριά μου, αλλά και πολύ χρήσιμο. Γιατί με είχε σε μια μόνιμη ταραχή, σε μια διαρκή διαμαρτυρία και σ’ ένα πολύ γόνιμο παράπονο… Από την άλλη, είχα μια ευγένεια η οποία με κατέστρεψε απολύτως! Εμπόδισε δηλαδή τη ζωή μου να πάρει το δρόμο της. Υπέμεινα πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να υπομείνω, με το αιτιολογικό μιας ευγένειας ότι θα πίκραινα, ότι θα πείραζα, ότι θ’ αναστάτωνα των άλλων τη ζωή. Αυτό ήταν μία ήττα. Καθαρή ήττα…»

Η Βασιλική Ράδου (πραγματικό όνομα) ήταν η καλύτερη υπαρξιακή ποιήτρια κι από τις πρώτες μεταπολεμικές ποιήτριες, που άνοιξαν τον δρόμο για το άκουσμα της γυναικείας γραφής και φωνής. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που έχει χαρακτηριστεί «ποιήτρια των γυναικών», διότι πέρα των άλλων θεμάτων που επέλεξε να θίξει, έθιξε και την περιθωριοποιημένη ομάδα των γυναικών, των γυναικών νοικοκυρών, των γυναικών μαμάδων, των γυναικών που ένιωθαν πως κάτι πάει λάθος, που τους είχε καταπιεί η ρουτινιασμένη καθημερινότητα.

Το μέσα μας ταυτίζεται με το μέσα της που ξεχειλίζει από τα «κάτι ποιήματα» της γιατί πολύ απλά μιλάει με λέξεις καθημερινές, για καταστάσεις που όλοι έχουμε βρεθεί, για πράγματα που έχουν όλοι έχουν νιώσει, για στιγμές που όλοι έχουμε πονέσει και κυλιστεί στο πάτωμα. Οι λέξεις έμοιαζαν να βρίσκουν τον δρόμο στην πένα της, λέξεις που η μοναδική τους δουλειά ήταν να μιλήσουν απευθείας στην ψυχή μας.
Ευχαριστούμε.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου