Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2019

Μνήμη 1940 | Απόσπασμα | Σαλονικάι, δηλαδή Σαλονικιός | Αλμπέρτος Ναρ

    Επιμέλεια: Μαρίνα Καρτελιά.









ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ. 



Από τη συλλογή διηγημάτων  
Σαλονικάιδηλαδή Σαλονικιός. 



[…] Ο πατέρας βολεύεται στο μαξιλαράκι του από φρέσκο φελιζόλ, μασουλάει αργά αργά το ψωμοτύρι του, με το που ανασαίνεις ανοίγει η όρεξη εδώ στην Επίδαυρο. […]

Η παράσταση συνεχίζεται. Κάπου κάπου ο πατέρας τραβάει από την τσέπη του ένα μαντίλι, σκουπίζει τον ιδρώτα του, αναστενάζει και δε σηκώνει το μάτι από την Παξινού-Εκάβη. Ξαφνικά τινάζεται από τη θέση του, κινεί τελετουργικά τα χέρια, μπράτσα αλύγιστα σαν στηλιάρια, παλάμες που βρωμάνε ακόμα ψαρόκολλα και λούστρα, δάχτυλα που καταλήγουν σε αργασμένους κάλους, και μονολογεί:
- Estas patsas no me se manean mas del tiempo del fuego. (Από τον καιρό της πυρκαγιάς δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου). […]






[…]Δεν έχουν αποβάλει ακόμα τις ριγωτές στολές. Ο Δαβίκος θυμάται ότι ένας Αμερικανός αξιωματικός τους ζήτησε να ποζάρουν.[…] Και μιλάει για όλους και για όλα. Γαι τη Σαλονίκη, τους τενεκέ μαχαλάδες της, τα στρατόπεδα. Και καταλήγει. “... Τελειωμένος ήμουνα. Ο φίλος μου ο Λεόν με γλίτωσε. Ας είναι καλά. Τότε που εκκενώσανε το ΄Αουσβιτς γιατί ζυγώνανε οι Ρώσοι. Περπατούσαμε δεν ξέρω κι εγώ πόσα μερόνυχτα, ξυλιασμένοι, θεονήστικοι. Και οι καταραμένοι πάνω από το κεφάλι μας. ΄Εκατσες; Μπαμ και τέζα. “΄Ασε με, Λεόν, να πεθάνω”, του λέω. “Δεν αντέχω άλλο. Κοίταξε να ζήσεις εσύ”. Τίποτα εκείνος. ΄Αλλοτε με στήριζε, άλλοτε με έσερνε κι άλλοτε με κουβαλούσε σιγοτραγουδώντας: [...]






Επανέρχεσαι στη μαρτυρία του Δαβίκου:
"Παρουσιαστήκαμε και μας μεταφέρανε, άρον άρον κάπου στα σύνορα. Χιλιάδες φαντάροι. Και περιμέναμε να μας σηκώσουν από ώρα σε ώρα για την πρώτη γραμμή. ΄Οπου εσύ κι εγώ, Λεόν, λέω του φίλου μου στα ισπανοεβραίικα.
   Το πιάνει ένας άγνωστος από δίπλα και δίνει γνωριμία. Δικός μας ήταν, από τη Λάρισα.
   - Πώς τη βλέπεις, ρε Αλχανάτη, την κατάσταση; τον ρωτώ.
   - Θα δούμε. Προς το παρόν ας έχουμε το νου μας και να μη χαθούμε. Κι όταν σηκώνω εγώ το χέρι, να το σηκώνετε κι εσείς.
    Παλαιοελλαδίτης είναι, συλογιστήκαμε, κάτι παραπάνω θα ξέρει. Και περιμέναμε. Κάθε λίγο πηγαινοέρχονταν οι γαλονάδες και ξεφώνιζαν για διάφορες ειδικότητες. Ξαφνικά κάτι είπαν, δεν το πολυκατάλαβα, βλέπω όμως τον Αλχανάτη με το χέρι ψηλά. Από κοντά κι εμείς.
   - Ημιονηγούς θέλουνε, μας εξηγεί ο Λαρισαίος.
   - Και τι σκαμπάζουμε εμείς από μουλάρια, ρε γενισερλή;
   - Σκαμπάζουμε δε σκαμπάζουμε, ημιονηγός ίσον εφοδιασμός, και μεταφορές. Γουστάρετε, ρε τζιδιό, να τη σκαπουλάρετε ή όχι;"[...]





"Είχε δίκιο, συμπληρώνει ο πατέρας. Μονάχα μια φορά τα χρειάστηκα. ΄Αγρια μεσάνυχτα με ξυπνήσανε, να κουβαλήσω ένα φόρτωμα μπροστά, χαλβά και γαλέτες. Μια κουβέντα ήταν. Σκοτάδι πίσσα. Και χιόνι να μη βλέπεις τη μύτη σου. Γλίστρησα, σηκώθηκα, ξανάπεσα, έκλαψα, βλαστήμησα... Μέχρι εδώ, είπα. Στα βουνά της Αλβανίας θα αφήσω τα κοκαλάκια μου. Το μουλάρι όμως ήξερε το δρόμο. Το άρπαξα γερά από την ουρά, με πήγε και με γύρισε!".[…]





[…]Για την Κατοχή, την πλατεία Ελευθερίας, τα γκέτο, τα κίτρινα άστρα και όλα τα υπόλοιπα δεν είναι ανάγκη να επιμείνεις. ΄Αλλωστε ούτε φωτογραφίες σώθηκαν και ο κατά τα άλλα λαλίστατος Δαβίκος δυσκολεύεται να μιλήσει και να ξεδώσει. Εσύ ξέρεις ωστόσο ότι ο πατέρας έφυγε με προηγούμενη αποστολή. Και ο Δαβίκος τον αντάμωσε λίγο αργότερα στο ίδιο μπλοκ.[…]

[…] Ιούλιος του ‘45. Κομμάτια από την απελευθέρωση και την επιστροφή στη ζωή. Αναμνηστική φωτογραφία στην Αθήνα, στο προαύλιο του σχολείου όπου τους είχαν εγκαταστήσει προσωρινά, μέχρι να τους στείλουν στον τόπο τους. Οι φυσιογνωμίες σχεδόν ανέκφραστες. Τα κοντομάνικα πουκάμισα αποκαλύπτουν τους ανεξίτηλους εξαψήφιους αριθμούς. Η φωτογραφία διατηρείται στο οικογενειακό λεύκωμα που έχει περάσει πια στην κατοχή σου.[…]


[…] Αναμνηστική φωτογραφία του γάμου. Ο πατέρας φοράει σκούρο κουστούμι, φυσικά δια χειρός Δαβίκου. Η μάνα αστράφτει στο νυφικό, που αργότερα το μεταποίησε σε ταγιεράκι. Τους πλαισιώνουν οι άλλοτε σύντροφοι του στρατοπέδου. Συγγενείς βέβαια δεν υπάρχουν.[…] Ο Δαλαμάγκας τσουγκρίζει το ποτήρι με το ζευγάρι […] ο Τσιτσάνης διακρίνεται στο βάθος, πάνω στο πάλκο με το μπουζούκι του. Και δεν μπορεί να ξεχάσει ο πατέρας πως τους αφιέρωσε ένα τραγούδι ειδικό για την περίσταση. […]





[…] Εδώ λοιπόν ήταν μία φορά κάποιοι άνθρωποι. Εκεί ήταν ένας δρόμος που τον λάτρεψες, γιατί τον γονιμοποίησαν εκείνοι οι άνθρωποι με την παρουσία τους. Εκείνες οι φυσιογνωμίες που δεν τις γνώρισες. Και τις αναβιώνεις τώρα κατά τις επιθυμίες σου, σαν να ασκείσαι σε ταξίμι μακρόσυρτο και παραπονιάρικο. Και τις αναβιώνεις με τις περγαμηνές τους και τους τίτλους τους, που είναι και δικοί σου.[…]



Αλμπέρτος Ναρ.


Από τη συλλογή διηγημάτων
"Σαλονικάι, δηλαδή Σαλονικιός."


Εκδόσεις Νεφέλη. 







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου