Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Α ρ ζ ε ν τ ί ν α | Χαριτίνη Ξύδη

Ξενοδοχείο Άμαζον. Δεκέμβρης του 1980. Ασταμάτητη βροχή και ψύχος δριμύ. Απέναντι, το κατάστημα με τα περσικά, χειροποίητα χαλιά. Πιο κάτω, η Μητρόπολη. Το ιστορικό κέντρο φωτισμένο με εκατοντάδες λαμπιόνια, πολύχρωμα αστέρια, μεταλλικές μπάλες. Έδειξε διάθεση να κατανοήσει γιατί ο κόσμος παραληρεί στις γιορτές. Ενώ, αυτός, αμήχανος σαν μόλις να είχε βγει από μεθύσι, ή, κώμα που κράτησε 3 μήνες, άγνωστος σε όλους. Σχεδόν, δίχως μνήμη. Προσπάθησε να ανεβεί, με κόπο, τα σκαλοπάτια του Άμαζον και να συρθεί ως το 3ο του πάτωμα, με το παράπονο και τη μελαγχολία ενός εφήβου που γνωρίζει πρόωρα την έκβαση της μελλούμενης ιστορίας του.

Μεσολάβησε μια δεκαετία, ως επίγνωση των άσημων παθών τού βίου, σαν μια πάλη με τις ίδιες τις αναπνοές του για να βγει ζωντανός ή ηττημένος κατά κράτος.

Η ώρα είναι προχωρημένη, περασμένες 10. Άνοιξε την πόρτα και το πορτατίφ πάνω από το προσκεφάλι του κρεβατιού, πάτησε το κουμπί του ραδιοφώνου και έβαλε ένα ουίσκυ. Έσφιξε με τα χείλη του την πρώτη γουλιά και σκέφτηκε ότι το ραδιόφωνο ανήκει στους βραδινούς ανθρώπους. Σε παίρνει σαν τραίνο που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, σε μια ξέφρενη πορεία προς την αγάπη, σακατεύοντας, παράλληλα, κάθε κεκτημένη αθωότητα, που τυχόν κουβαλάς από την παιδική ηλικία.

Σηκώθηκε και βημάτισε ως τον καθρέφτη. Είδε τα μάτια του να φωτίζονται. Είδε τα δάκρυά τους να τρέχουν ασυγκράτητα. Είδε τον εαυτό του να βουλιάζει σ' αυτό το βουβό παράπονο. Έκλαιγε για όλα. Και γελούσε μαζί. Διάτρητοι όλοι μας από, ανομολόγητες, τυφλές μαχαιριές.

Ήταν ήδη ο χαμένος και το ήξερε. Και οι χαμένοι είναι οι μόνοι στον κόσμο που δεν φοβούνται τίποτε. Γελούσε και έκλαιγε, πάνω από τα χαλάσματα αυτής της δεκαετίας, αυτής της μανιασμένης διαδρομής του τραίνου, που έπαψε πια να κινείται.
Δεν υπάρχει τραίνο για εκείνους που σταδιοδρόμησαν στην ψυχική οδύνη. Υπάρχει μόνο ένας μεγάλος καημός που σε αγκαλιάζει και πλέεις μέσα του όπως το έμβρυο στην μήτρα.

Σε λίγο θα ξαναγεννηθείς για να σταυρωθείς. Για να χάσεις και να κερδίσεις.
Σε λίγο θα ξαναγεννηθείς, γιατί πρέπει οπωσδήποτε να πεθάνεις χιλιάδες φορές πριν ζήσεις οριστικά.




Α ρ ζ ε ν τ ί ν α, Νουβέλα, υπό έκδοση, πρώτη δημοσίευση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου