Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη | Μαριλένα Κολλάρου


Αγαπητέ  Άι - Βασίλη,

                Γυρνώ εδώ, σε ένα γράμμα σου αποζητώντας λίγο ακόμα συμπιεσμένο κορμί και μια ψυχή, η οποία θα λαχταρά να κρυφτεί πίσω από το δέντρο. Άγιε Βασίλη, τα μάτια μου αχρηστεύτηκαν και παρά τις κοκάλινες συνταγές του οφθαλμίατρου αδυνατώ να εντοπίσω τα κρυμμένα ξωτικά πίσω από τα κλαδιά και την ασημόσκονη που αιωρούνταν στον αέρα για πολλά χρόνια.
                Τα Χριστούγεννα τα μίσησα. Δεν βρήκα κάτι να περιμένω, ή να αγαπώ κι ούτε τα δώρα σου κάλυπταν ποτέ τα αβάσιμα κενά που με έτρωγαν όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Άγιε μου, οι γιορτές είναι σουβλιά για εμένα• τόση χαρά, κι εγώ να μην νιώθω τίποτα, πέρα από την ανάγκη να καλυφτώ από το βαρύτερο πάπλωμα της γης, περιμένοντας να περάσουν όλα, φοβούμενη ότι η χαρά θα διαρκέσει παντοτινά. Θα περάσει έτσι;
                Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη• δεν είμαι πια παιδί και τα ανύπαρκτα δώρα σου δεν με μαγεύουν. Ξέρω, ότι οι κουραμπιέδες δεν έχουν επάνω χιόνι, μα ζάχαρη άχνη και την αγοράζουν οι γυναίκες από το super market αρκετά φθηνά. Θυμάσαι που μου έτρωγες τα μελομακάρονα από τη μεγάλη πιατέλα που έστεκε πάντοτε σε ένα τραπέζι κοντά στο δέντρο; Ε λοιπόν, πια δεν με πειράζει. Μπορείς να τα φας όλα, γιατί η όρεξη για οτιδήποτε γλυκό στέρεψε κι η λιγούρα σου δεν φαντάζει πια η πρωινή χαρά μου. Νιώθω ότι ποτέ δεν χώρεσα στην αγκαλιά σου Άγιε, νιώθω ότι τα Χριστούγεννα πέρασαν για εμένα και δεν θα γυρίσουν ποτέ. Νιώθω ότι οι άνθρωποι ξέρουν ότι δεν πρέπει να με αγαπήσουν, γι’ αυτό αφήνουν να τους διώχνω.
                Άγιε μου Βασίλη, ξέρεις πόσο έχω ανάγκη μια αγκαλιά; Μα τα δικά σου χέρια ήταν πάντοτε γεμάτα από δώρα και δεν σκέφτηκαν να με αγγίξουν. Και τώρα μεγάλωσα –φέτος έγινε πάλι –, δεν έχεις πια δώρα για εμένα και τί θα μου πιστοποιήσει την αγάπη σου; Τί θα εξακριβώσει την ύπαρξη μου τώρα που κι η δική σου απομυθοποιήθηκε; Δεν έχω πια σε τι να πιστέψω, δεν έχω Πρωτοχρονιές να περιμένω κι ελάχιστοι με βρίσκουν αρκετά χαριτωμένη, ώστε να μου φέρουν δώρα, τώρα που οι κοτσίδες λύθηκαν κι έγιναν αυστηροί κότσοι, οι πλαστές ανάγκες μου αυξήθηκαν. Δεν μοιάζει τραγικό που εάν ζητούσα δώρο για την νέα χρονιά θα ήταν χαρτομάντιλα;
                Άγιε, πες μου ότι κι εσύ κλαις, πες μου ότι λυπάσαι που μεγάλωσα κι ότι σου λείπει να μου φέρνεις δώρα. Πες μου ότι έχει νόημα να αγαπήσω τα Χριστούγεννα, τους ανθρώπους, τη μαγεία. Πες… Ότι έχει νόημα να ξαναρχίσω να κοιμάμαι τα βράδια και κάνε την ψυχή μου ξανά αγνή, κάνε την να τρέχει κάτω από το δέντρο στο πρώτο σκοτάδι και να ανάβει τα λαμπάκια. Κάνε την ψυχή μου αγνή.
                Κάνε να ξυπνήσω πρωί και να τρέξω να ανοίξω τα δώρα. Να ξαπλώσω στο χαλί, να τα μυρίσω, να σκίσω τα περιτυλίγματα, να τα δείξω σε όλους• κι έπειτα να φάω με λαχτάρα ολόκληρη την πίτα, διεκδικώντας το τυχερό φλουρί. Κάνε Άι - Βασίλη, κάνε κάτι, κάνε Χριστούγεννα να γίνουν στην ψυχή.




*Για τα χαμένα Χριστούγεννα, που παίρνουν άλλοτε τη μορφή ανθρώπων, άλλοτε τη μορφή υλικών αγαθών, άλλοτε τη μορφή της παρωχημένης ενήλικης ψυχής μας. Για τα χαμένα Χριστούγεννα, που κρατούν πια τόσο λίγο και πονούν τόσο πολύ.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου