Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Ο έρωτας γεννήθηκε στα Κάστρα | Έλλη Πράντζου





Στο ψηλότερο σημείο της πόλης, εκεί όπου συναντάει η θάλασσα τον ουρανό και τα ηλιοβασιλέματα φλερτάρουν με το βιαστικό φεγγάρι που δεν περιμένει τον ήλιο να σβήσει πριν να ξεμυτίσει, εκεί όπου το χθες με το σήμερα ερωτοτροπούν αέναα στα δρομάκια, τα σκαλιά και τα πεζούλια, εκεί όπου ιστορίες για λάθη, πάθη κι έρωτες ποτίζουν την άσφαλτο, τις πέτρες και τα τσιμέντα, βρήκαν οι δυο τους ένα μέρος να κρυφτούν από τα μάτια των περίεργων περαστικών.

Σκαρφάλωσαν λίγα μέτρα πάνω στα τείχη της παλιάς ακρόπολης -απομεινάρια από τα γνωστά κάστρα της δεύτερης πιο αισθαντικής πόλης του σήμερα, εκείνης που ξαγρυπνά πάνω από τις καθημερινότητές μας- κι όταν έφτασαν όσο πιο κοντά στην άκρη μπορούσαν αγκαλιάστηκαν σαν να επρόκειτο να μείνουν για πάντα σ' εκείνο το ονειρικό μέρος. Αγάλματα στη μνήμη των πεσόντων που κάποτε χωρίστηκαν.

Είχαν περίπου έναν μήνα να βρεθούν. Ένιωθαν σαν να ήταν χτες που αποχωρίστηκαν αλλά ταυτόχρονα έμοιαζε να έχει περάσει αιώνας από τότε που είχαν πει το τελευταίο “θα μου λείψεις”. Και πόσο ίσχυε εκείνη η φράση! Τα χέρια τους πλεγμένα πάσχιζαν να χορτάσουν άγγιγμα και παρουσία. Σιγά-σιγά ο ήλιος άρχισε να πέφτει βουτώντας στον ορίζοντα και βάφοντας τα πάντα σε χρώματα που έπαιζαν μεταξύ του πορτοκαλί, του μοβ και του κόκκινου. Αχ, αυτά τα ηλιοβασιλέματα στην Άνω Πόλη! Πόσα ζευγάρια μάτια ατένισαν την ομορφιά τους ψιθυρίζοντας ερωτόλογα ή καημούς; Και να τώρα που είχε έρθει η στιγμή να βρει καταφύγιο εκεί και το δικό τους νεογέννητο παράνομο ακόμη συναίσθημα.

Αν τους έβλεπες από μια μεριά θα νόμιζες ότι ήταν μαζί χρόνια και πως ο έρωτάς τους δε θα έσβηνε ποτέ. Πόσο πλασματικά αυτά τα ποτέ, αλήθεια. Να όμως που στην Άνω Πόλη όσα νιώθεις επιτρέπεται να τα ξεστομίζεις φωναχτά όσο ουτοπικά κι αν είναι. Στην Άνω Πόλη επιτρέπονται τα πάντα, τα ποτέ, όλα τα συναισθήματα είναι καλοδεχούμενα θαρρείς και τη θρέφουν από τότε που χτίστηκε. Κάποιος στα θεμέλιά της πρέπει να θυσίασε κομμάτι του ίδιου του έρωτα, να μου το θυμηθείς.

Δε χρειαζόταν να μιλάνε. Αρκούσε που ήταν εκεί, μαζί, πάνω από όλους κι από όλα, πάνω από τους φόβους τους, πάνω από το ρολόι που καταπίνει αμείλικτα λεπτά και ώρες, πάνω από τα πρέπει και τα μη τους. Η πόλη όσο σκοτείνιαζε φορούσε τα καλά της και υποκλινόταν μπροστά στα πόδια τους. Τριγύρω δεν έβλεπες τίποτε άλλο πέρα από κανά-δυο άλλα ζευγάρια κρυμμένα στο μισοσκόταδο ή σκόρπιες έφηβες παρέες που άφηναν γελάκια και καπνούς από τσιγάρα τόσο νταλκαδιασμένα όσο κι οι ηλικίες τους. Η τέλεια ατμόσφαιρα για έναν φρεσκογεννημένο έρωτα που προσπαθούσε να κρυφτεί από τον άχαρο ρεαλισμό όσων σε λίγο θα έκλειναν τα φώτα τους κάπου στην υπόλοιπη πόλη ώστε να κοιμηθούν κουρασμένοι κι ήσυχοι μέσα στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο του καθωσπρεπισμού τους.

Δεν ήταν έτσι οι δυο τους. Δεν ήταν έτσι όταν βρίσκονταν μαζί. Πόσο τους πήγαινε εκείνο το σημείο της Θεσσαλονίκης, λες κι είχε φτιαχτεί για πάρτη τους και μόνο ένιωθαν. Μήπως όμως κι όλοι οι υπόλοιποι εραστές της γοητείας της το ίδιο δεν πίστευαν; Αυτό είναι το ελκυστικό με τούτο το μέρος. Σε κάνει να νιώθεις απόλυτα δίχως να σου εξασφαλίζει αποκλειστικότητες. Μα δε σε νοιάζει. Εκεί πάνω είμαστε όλοι εραστές κι ερωμένες. Ερωτευμένοι, πληγωμένοι, παράνομοι, επαναστάτες με ή χωρίς αιτία. Ατενίζουμε τα όνειρά μας για να τα κάνουμε ξυπνώντας πραγματικότητες.

Είναι έμπνευση η Άνω Πόλη. Εμπνέεται από ιστορίες κι εμπνέει αλήθειες. Κάθε φορά που κάποιος την εμπιστεύεται ένας ακόμη ψίθυρος γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του άυλου κορμιού της. Είναι φτιαγμένη από μυστικά, ανάσες, βλέμματα και από εκείνα τα “μείνε λίγο ακόμη” όσων ποτέ δε χορταίνουν το μαζί. Όπως οι δυο τους που σε λίγο θα έπρεπε να φύγουν μα ποιος νοιάζεται για όλα αυτά όταν βρίσκεται εκεί πάνω; Δεν το έπαιρναν απόφαση. “Ένα τσιγάρο ακόμη μαζί σου και πάμε”, είπε και την κοίταξε. “Πολλά”, απάντησε. Και φιλήθηκαν κάνοντας κωλοδάχτυλο στους καθωσπρεπισμούς όλου του κόσμου.

Φωτογραφία: Ευτυχία Πασχαλίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου