Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018

Σε μια παλιά αψίδα | Βαγγέλης Μάγειρος


Στεκόταν κάτω από την Καμάρα και περίμενε. Ο γιακάς του μπλε σταυρωτού παλτού ήταν σηκωμένος, τα μαύρα δερμάτινα γάντια είχαν πλέον φθαρεί από την πολύχρονη χρήση και η γκρίζα ανθρακί τραγιάσκα ήταν ελαφρός γερμένη από τη δεξιά μεριά του κεφαλιού, κρύβοντας έτσι ένα μέρος του μετώπου του, κάτι το οποίο προσέδιδε μία περίεργη γοητεία.

Το κρύο είχε αρχίσει να γίνεται πολύ έντονο. Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια που η έξοδος δεν ήταν και η καλύτερη επιλογή. Παρόλα αυτά, το να περάσεις μόνος την πιο μεγάλη νύχτα του χειμώνα δεν έμοιαζε και πολύ έξυπνο.

Ένα μικρό πλήθος κόσμου ήταν μαζεμένο γύρω του. Αυτό το ιδιαίτερα όμορφο μέρος, ήταν γνωστό σαν τόπος συνάντησης για όλους τους ανθρώπους της Θεσσαλονίκης.
«Σε πέντε λεπτά να είσαι Καμάρα».
«Που θα κάτσουμε ρε συ;».
«Ε, βρισκόμαστε Καμάρα και βλέπουμε.».
Το τελευταίο κομμάτι ενός μαγικού μνημείου, ήταν πλέον ο άτυπος κουμανταδόρος των κατοίκων της πόλης. Σαν ένας καλός και έμπιστος φίλος-φύλακας, στεκόταν πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων που έψαχναν ένα μέρος ως σημείο εκκίνησης για κάποιο ραντεβού τους.

Παρέες φίλων μαζεμένοι, προσπαθώντας να πάρουν μια απόφαση για το που θα περνούσαν το βράδυ τους, συγκεντρώσεις νέων με άναρχο και ατίθασο πνεύμα, έτοιμοι να ξεκινήσουν κάποια επανάσταση για έναν καλύτερο κόσμο και ένα πιο όμορφο αύριο, πλανόδιοι πωλητές καρτών κινητής τηλεφωνίας που επαναλάμβαναν το μοτίβο της εξαιρετικά συμφέρουσας προσφορά για μερικά δωρεάν λεπτά ομιλίας, με την ελπίδα να τραβήξουν κάποιον πελάτη και πολύ ακόμα λογιών άνθρωποι, ο καθένας με τη δική του ιστορία, στέκονταν κάτω από την αγκαλιά της αψίδα του Γαλέριου.

Κανένας όμως μέσα στον κόσμο δεν έμοιαζε με αυτήν που περίμενε. Το βλέμμα του κοιτούσε πολύ προσεκτικά το κάθε πρόσωπο ξεχωριστά, ελπίζοντας να την ξεχωρίσει κάπως ανάμεσα σε αυτόν το μικρό λαό. Κοίταζε το ρολόι του ξανά και ξανά βλέποντας ότι η ώρα είχε περάσει επικίνδυνα και οι πιθανότητες να εμφανιστεί όλο και λιγόστευαν. Ίσως αυτό το μνημείο να μην μπορούσε να του προσφέρει το άτομο που ζητούσε. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες, έδεσε πιο σφικτά το κασκόλ και με μερικά σταθερά βήματα άρχισε να απομακρύνεται.

Πριν προλάβει να σκεφτεί αν θα στεκόταν στο φανάρι για να περάσει απέναντι ή αν θα συνέχιζε ευθεία το δρόμο του, ένα χέρι τον έπιασε από τον ώμο και μία λαχανιασμένη φωνή ψέλλισε κάποια λόγια:
«Συγγνώμη, αλλά γινόταν χαμός. Περίμενες πολύ ώρα;».
«Όχι, μη φοβάσαι. Και γω μόλις έφτασα».
«Τέλεια. Πάμε;».

Η δουλειά της αψίδας είχε τελειώσει. Τώρα ξεκινούσε η δική του. Άναψε το πράσινο και πέρασαν μαζί απέναντι το δρόμο. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου