Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Η διπλή εξορία του Κώστα Ουράνη | της Σταυρούλας Μακρή


      Ο Κώστας Ουράνης (1890-1953), υπήρξε ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και δημοσιογράφος. Την εμφάνισή του στα γράμματα την έκανε με την νεανική του ποιητική συλλογή «Σαν Όνειρο», την οποία αργότερα αποκήρυξε, θεωρώντας ως πρώτη και ίσως πιο αντιπροσωπευτική της ψυχοσύνθεσης των ποιημάτων του, την συλλογή «Spleen» (1), εισάγοντας έτσι με την ομώνυμη συλλογή του τον όρο. Στην πορεία θα συνεχίσει με τις «Νοσταλγίες», έχοντας διαμορφώσει έναν πιο προσωπικό ποιητικό λόγο. Ωστόσο, η συγγραφική του πορεία δεν σταματά εκεί, υπάρχει μια πληθώρα ποιημάτων, διηγημάτων, ταξιδιωτικών έργων, τα οποία μας είναι  γνωστά μέσω της έκδοσής τους από την δεύτερη του γυναίκα, του κριτικού Άλκη Θρύλου.



     Ο ποιητής Κώστας Ουράνης, ανήκει στην λεγόμενη «γενιά του καρυωτάκη», όρος που αναφέρεται σε μια ομάδα ποιητών που εμφανίζεται περίπου το 1910-1920 και γράφει ποιήματα απαισιόδοξα, χαμηλόφωνα, ηττοπαθή. Μια γενιά ανθρώπων που έζησε Βαλκανικούς Πολέμους και Μικρασιατική Καταστροφή, μια γενιά νικημένη. Η μελαγχολία τους, ο πεσιμισμός τους, η αίσθηση αυτή του ανικανοποίητου, ήταν μερικοί από τους λόγους για να παραγκωνιστεί και να θεωρηθεί απλά «μια γενιά ανθρώπων που έχει συνείδηση της ανεπάρκειας μπροστά στα μεγάλα προβλήματα της ζωής» (2). Εκτός από τον Κώστα Ουράνη, στην γενιά αυτή ανήκουν Ρώμος Φιλύρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Μήτσος Παπανικολάου, Μαρία Πολυδούρη, Τέλλος Άγρας, Τάκης Παπατσώνης κ.ά.

Η διπλή εξορία του Κώστα Ουράνη
   
Η ζωή μου
    
“Μιὰ νοσταλγία ὁλάκερη ἡ ζωή μου κι ἕνας πόθος!
Πότε παλάτια θέλοντας χιμαιρικὰ νὰ χτίσω
καὶ πότε ξεφυλλίζοντας τὶς σκέψεις μου σὰ ρόδα
στὸν τάφο τοῦ ὅ,τι πέρασε, — λησμόνησα νὰ ζήσω.
Τὰ χρόνια ἀπὸ τὰ χέρια μου γλιστρήσανε σὰν ἄμμος
ποὺ ὀνειροπόλα δάχτυλα κρατᾶνε, κι ἡ ψυχή μου,
μιὰν ὥρα χινοπωρινὴ ποὺ σήμαιναν καμπάνες,
εἶδε νὰ πέφτει ἀνέκκλητα τὸ Βράδυ στὴ ζωή μου.
Εἶμαι σὰ σπίτι ναυτικῶν στὴ θάλασσα κοντά,
ποὺ οἱ ἄντρες ἐχαθήκανε μαζὶ μὲ τὰ καράβια
καὶ πού, σὰ σκούζει ὁ ἄνεμος τ’ ἀγριεμένα βράδια,
οἱ μάνες καὶ οἱ ἀδερφές, μαυροντυμένες, σκύβουν
τὴν κεφαλὴν ἀμίλητες. σκιαγμένες, σὰ ν’ ἀκοῦνε
στὴν πόρτα, τὴν κατάκλειστη γιὰ πάντα, νὰ χτυποῦνε.”

     Έστω και δειγματοληπτικά από το παραπάνω ποίημα διαπιστώνουμε τους δύο άξονες που στράφηκε θεματολογικά η ποίηση του Ουράνη, κρατώντας δυο μονάχα λέξεις, Νοσταλγία και Πόθος. Η ζωή για τον ίδιο, η πραγματικότητα έχει τελειώσει, νόημα στην ύπαρξη του δεν δίνει τίποτα, καθώς κάθε απολογισμός που κάνει είναι αρνητικός. Μέσα στην ψυχή του νιώθει ότι κλείνεται η ανυπαρξία των πάντων, και κανένας δεν μπορεί να γεμίσει το κενό του. Μόνη λαχτάρα είναι το ταξίδι, προς καινούργια μέρη, άγνωστα, που μπορεί να φτάνουν ως τον θάνατο. Αντέχει την άδεια από νόημα ζωή του μέσω της διπλής εξορίας που του χαρίζει η Νοσταλγία, η ανάμνηση των καλών στιγμών, καθώς όπως αναφέρει στο ποίημα Μόνος, «τον ουρανό εγώ νοσταλγώ, που κάποτε είχα ζήσει,/ δίζως χαρές και συφορές και ανθρώπους, πάντα Μόνος», -έζησε τον ουρανό. Δεύτερη νησίδα εξορίας, ο πόθος, η επιθυμία, η τάση φυγής, που όμως, ούτε αυτή οδηγεί κάπου. Ένας αναίτιος και ανέκφραστος πόνος έχει μολύνει την ψυχή του ποιητή. 

“...γιατί έτσι μας γράφτηκε η ψυχή: να μποράει
      απ’τον χρόνο, τον τόπο, την ύπαρξη, πάντα 
      με της σκέψης τ’ακράταγα τα φτερά να ξεφεύγει.
     Μες στα μάτια μας κάθε στιγμή καθρεφτίζονται
     κόσμοι άπλαστοι, και ξέρουμε ακόμα
    απ’το σκότος να παίρνουμε το εσώτερο φως του...”

1: A bit of nostalgia, photo by Debra and Dave Vandelaan

      Ο  ποιητής, αρνείται να συμφιλιωθεί με την ρηχή και επιφανειακή πραγματικότητα, ωστόσο δεν μένει άπραγος, δεν παραιτείται μέσω των απαισιόδοξων ποιημάτων, -αντιθέτως-. Επαναστατεί. Υψώνει το ποιητικό του ανάστημα και βάζει πλώρη για τον δικό του, ανύπαρκτο κόσμο, που τόσο διαφέρει από την δικιά μας πραγματικότητα, με πλοίο την φαντασία και μόνες κινητήριες δυνάμεις, την Νοσταλγία και τον Πόθο, τις δικές του νησίδες. Κάτοικος ενός χρόνου άλλου (3), μακριά από την άσκοπη πλανητική ζωή του. 

1Άγγλική λέξη, ελληνικής καταγωγής (σπλην=σπλήνα), υιοθετημένη από τους γάλλους ποιητές και ιδιαίτερα τον Μπωντλέρ, σημαίνει: αναίτια μελαγχολία και ανία, αηδία για τη ζωή.
2 Βλ. Κ., Θ., Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Ίκαρος, 1968, σ.447.
3Βλ. Έλλη Φιλοκύπρου, Η Γενιά του Καρυωτάκη, φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου, Νεφέλη, Αθήνα, 2009, σ.63

1 σχόλιο: