Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Ο βατσιμάνης | Κώστας Παντιώρας


32130529_1711071018981699_3060234803367378944_n

Κίτρινη πόλη, σηκώνω το βλέμμα και τα μανίκια μου, αναδύομαι στο πνιγερό σύννεφο του ουρανού σου. Καφετιά πόλη, σκόνη, βήχας και μαύρα μεροκάματα. Ω ζοφερή μου ημέρα – ω φοβερή μου νύχτα!

Έρημος δρόμος, έρημα μαγαζιά. Τόρνος, στράντζα – ψαλίδι. Βαφαί φούρνου κι άδεια μπαρ δίχως πελάτες. Λαβωμένες γάτες, καρτερικά ταξιά και πούλμαν με πινακίδες αλβανικές που φορτώνουνε στα πραχτορεία. Φούρνοι που ανοίγουν, μοσχοβολιστό ψωμί και πωλήτριες που νυστάζουν. Καράβια κρητικά αστροφώτιστα, πλουμιστά, σημαιοστολισμένα.

Καταμέτρηση της είσπραξης. Βγάζω τα σκουπίδια στην πλάτη. Τρύπια αντοχή, τρύπια σακούλα. Πέφτουν τα απομεινάρια από ένα ακόμη άχαρο ξεφάντωμα. Αφημένα ποτά, αποτσίγαρα, σπασμένα γυαλιά, μαύρα ζουμιά. Ένα κοκτέιλ δηλητήριων. Πίσω μου στάζουν κηλίδες σε γραμμή. Σαν ίχνη να μη χάσω το δρόμο μου, το δρόμο του γυρισμού σε ένα δρόμο κι ένα γυρισμό που έχουν πια χαθεί από χρόνια.

Δόλια τα νιάτα, γελοία η εποχή, αλλόκοτα τα επαγγέλματα.

Νύχτες χαμένες σαν αχρείαστα τσιγάρα. Βράδια αδιάφορα σαν άδικα ραντεβού. Νυχτερινοί ποδαρόδρομοι, μεθυσμένοι βηματισμοί. Ξοδεμένα λεφτά, πεταμένα λεπτά. Λεπτά; Ώρες ολάκερες. Θάλασσες υπομονής χωρίς αγάπη. Κρεβάτι άδειο και λερό, ξέστρωτο από σεντόνι και γυναίκα, κρεβάτι άγονο, απέραντο σα στέπα. Ψίχουλα, στάχτες, τρίχες και στάμπες από ιδρώτα. Το ξέρω τώρα πια. Σε αγαπώ σημαίνει θέλω να βυθιστώ μέσα σου σαν σε ζεστό άσπρο γάλα. Να βυθιστώ ώσπου να μαλακώσω. Μαύρη μύγα η ύπαρξή μου, να ξεχωρίζει μες στον λευκό και χλιαρό υγρό σου τάφο.

Κάθε αυγή πέφτω στη θάλασσα. Γαλάζιο πιάτο ο Σαρωνικός, γυαλίζει στο φινίρισμα του ήλιου. Τα πόδια μου χάνονται και βγάζουν λέπια, στριμώχνονται μέσα σε ένα σάρκινο τσουβάλι. Με μια πνιχτή αγωνία και δυο ενστικτώδεις κλωτσιές βρίσκομαι πάλι στην επιφάνεια. Στον αφρό της θάλασσας καταπίνω νερό, η αλμύρα μου καίει το φάρυγγα. Με αλάτι στο στόμα, στις πληγές, φωνάζω! Ρωτώ πλοιάρια, λουόμενους ρωτώ. Αν ζεις. Αν βασίλεψες μέσα μου ποτέ σου. Τέτοια ντροπή φέρει η καταδίκη μου.

Είμαι ο βατσιμάνης στη ζωή σου, αρόδο βάρδια πάνω στα παροπλισμένα μου συναισθήματα. Σκέφτομαι πως η βάρδια είναι αναγραμματισμός της λέξης βραδιά. Ακόμα κι η γλώσσα που σου γράφω αγαπά το σκοτάδι.

Έτσι εκτίω την ποινή μου, στην απομόνωση. Γίνηκα μια επίπεδη ατόλη, χιλιάδες ναυτικά μίλια μακριά απ’ τη στέρφα στεριά σου, απ’ την ηπειρωτική σου αγκαλιά. Με ακουμπάς με το δάχτυλο και θρυμματίζομαι. Γίνομαι άμμος, σε λούζω με εκατομμύρια χρυσόλευκους κόκκους, σε πλένω, σε καθαρίζω, σε συγχωρώ. Χαλάω τη βολή σου με αυτή την άβολη αμμοβολή.

Στην έφερα!

Πηγή:kospanti.wordpresss.com 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου