Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Βάρκες | Μαριλένα Κολλάρου

Βάρκες

Οι βάρκες -καθησυχαστικά- επιβεβαιώνουν ότι είναι εφικτό πουθενά να μην ανήκεις, παντού να σεργιανίζεις και να στέκεσαι ακριβώς επάνω στα όρια• αποσκοπώντας όχι να προκαλέσεις θαυμασμό ή απαξίωση. Όταν είσαι βάρκα, αρκεί να πλαίεις κι εκπληρώνεις τον αυτοσκοπό σου. Όταν είσαι άνθρωπος; Αρκεί να αναπνέεις ή απαιτείται κάτι περισσότερο;
Κοιτώντας τις βάρκες συλλογίζομαι:

 Κι ακίνητες είναι όμορφες …
Προσθέτουν στη θάλασσα κύρος.
Γεμίσματα - πιτσιλιές σπέρματος κι αλμύρας• ανθρώπινο χέρι, κατά συνέπεια και Θείο. Η σκέτη θάλασσα κουράζει. Δίχως καράβια, ναύτες, κύματα, Σειρήνες, πνιγμένους και ναυάγια. Ο σκέτος άνθρωπος κουράζει. Δίχως πληγές, ρυτίδες, ελιές στην πλάτη και σάλια γύρω από το στόμα το πρωί.

Πρέπει να συνεργαστούμε με τις συνέπειες της ύπαρξης μας, όπως συνεργάζεται κι αυτό το μικρό πανάκι θάλασσας με τα λαθραία κύματα. Να πινεζόσουμε στο σώμα βαρκάκια και ποικίλες σημαίες, να βάψουμε τις αμαρτίες θαλασσιές και τα παιδιά που στιγμιαία μας αγάπησαν λευκές σημαδούρες.
Σημαδούρες τα ξένα κρεβάτια, τα αστέρια - ξημερώματα Πέμπτης, μια - δυο αγκαλιές που νομίζαμε θα κρατούσαν πάντοτε• σημαδούρες κι όσα παραδόξως κράτησαν περισσότερο από μία ώρα, μια αποτυχία, ένα αντίο.

  Ολόκληρο μεσημέρι συμφιλιώνομαι με τη θάλασσα! Υπόσχομαι, να αγαπώ τα σαλιωμένα φιλιά που με αηδιάζουν, γιατί είναι αγνά. Τα ιδρωμένα σώματα που μυρίζουν, γιατί είναι ειλικρινή. Το πύον των ουλών στις πλάτες των ανθρώπων, γιατί είναι βάρκες• γιατί προσδοκώ προτού πνιγώ στην αλμύρα δικών μου δακρίων, να γενώ - μια στιγμούλα - για κάποιον, θάλασσα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου