Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Άτιτλο | Κατερίνα Θεοδώρου

Χτες το βράδυ βρέθηκα ξαφνικά σε μια σχολή ζωγραφικής. Ήταν ένα μεσαίου μεγέθους δωμάτιο σ' ένα κτήριο χτισμένο πολλές δεκαετίες πριν. Υπήρχαν καβαλέτα και άνθρωποι να ζωγραφίζουν, δεν υπήρχαν προτομές, όλοι ζωγράφιζαν μόνο σκηνές από όνειρα. Δεν υπήρχαν κάρβουνα, μόνο χρώματα, πολλά χρώματα. Περπάτησα ανάμεσα από τα καβαλέτα και τους ανθρώπους, κοιτάζοντας τους πίνακες και τότε σταμάτησα μπροστά του. Είχε με αφαιρετικό τρόπο ζωγραφισμένα έναν ελέφαντα στο κέντρο και κάτω αριστερά ένα μικρό κουνέλι σε πολλές αποχρώσεις του ροζ, ήταν αφημένος πάνω στο καβαλέτο και η καρέκλα μπροστά του άδεια. Θέλησα να τον ακουμπήσω και τότε απ' τα δαχτυλά μου άρχισαν να τρέχουν νερά, τα χρώματα ανακατεύτηκαν, τα σχήματα αλλοιώθηκαν, δεν ξεχώριζαν πλέον οι μορφές. Τρόμαξα, σήκωσα τον πίνακα και πήγα σε μια γωνιά προσπαθώντας να τον στεγνώσω ταμπονάροντας τον με το μανίκι μου. Τότε είδα δυο πόδια να σταματάνε μπροστά μου και δύο γαλάζια μάτια να με κοιτάνε με απορία και απαξίωση. Ήταν ο άντρας που είχε ζωγραφίσει τον πίνακα. Τον πήρε μέσα απ' τα χέρια μου, χωρίς να πει τίποτα και απομακρύνθηκε.

Έβαλα το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα μου και έκλαψα, έκλαψα από τα μάτια, τα δάκρυα μου έβρεξαν τα μαλλιά μου και τα χέρια μου. Τότε ένιωσα μια παρουσία δίπλα μου, σήκωσα το υγρό μου πρόσωπο και είδα εκείνον τον άντρα, εκείνον που του είχα καταστρέψει τον όμορφο πίνακα του. ''Μην κλαις'' μου είπε ''Δεν έγινε τίποτα'' Με κοίταγε στα μάτια καθώς μου μίλαγε. Εγώ σάστισα, είχα συνηθίσει να μην μου συγχωρούνε οι άνθρωποι. Συνέχισε να με κοιτάζει και μου έπιασε το χέρι. Κατάλαβα ότι ήθελε να πάμε κάπου. Τον ακολούθησα ανάμεσα στους γκρίζους, σκοτεινούς διαδρόμους του κτηρίου, μέσα από μεγάλες, ατελείωτες σκάλες και δωμάτια γεμάτα από υγρασία και χρώματα σάπιου πρασίνου στους τοίχους. Περπατάγαμε αργά και ήρεμα, χωρίς να μιλάμε, σαν να είχαμε μηδενίσει την απόσταση του χρόνου. Τότε φτάσαμε μπροστά σε μια ξύλινη, ταλαιπωρημένη από την χρήση πόρτα. Γύρισε το κεφάλι να με κοιτάξει, τα μάτια του έλαμπαν στο μισοσκόταδο, έπιασε το πόμολο και την άνοιξε αργά και τότε ένιωσα στα πόδια μου την υγρασία της φθινοπωρινής αμμουδιάς και μπροστά μου απλωνόταν η θάλασσα. Προχωρήσαμε πιασμένοι απ' το χέρι, χωρίς να μιλάμε, χωρίς να χρειάζεται να μιλάμε, μέχρι που τα νερά αγκάλιασαν τα πόδια μας και μείναμε εκεί για πάντα. Για πρώτη φορά στην ζωή μου, μετά από τότε που βύζαινα απ' τη μάνα μου, ένιωσα ξανά πληρότητα.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου