Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Το γυφτάκι | Αναστασία Νταλαμάγγα




Αν κλείσω το ραδιόφωνο
μου μένει μόνο η σιωπή.
η ατμόσφαιρα στάζει ερωτηματικά.
σύννεφα συναισθημάτων κλείνουν το κρεβάτι μου σαν κουνουπιέρα
κάπου στο ταβάνι αν κοιτάξω
ένας θυμός, ένα αίσθημα προδοσίας
και πιο κάτω
μια ντροπή κι ένας φόβος στη γωνία
σαν τιμωρημένο παιδί.

ο θυμός ακούγεται πιο πολύ απ' όλα.
τα μάτια του πετάνε φωτιές
και μαζί με την προδοσία
βασιλεύουν στο ταβάνι μου
σαν τέρατα λυσασμένα
με κόκκινα μάτια
και γλώσσες τεράστιες
να σου πιπιλάνε το μυαλό
να τους μισείς όλους
να μη συγχωρείς κανένα.
αυτός κυριαρχεί, σκέφτεσαι,
αφού τα αυτιά σου
από τις κραυγές του έχουν πλημμυρίσει

σαν βλέπεις όμως στη γωνιά
αυτό το ταλαιπωρημένο γυφτάκι
κουρασμένο, πεινασμένο και
κουλουριασμένο σαν μπάλα
τα μάτια σου γεμίζουν δάκρυα
πάλι εδώ είσαι;
πάλι είσαι παντού και πάντα;
δίχως σπιτικό, τριγυρνάς ξυπόλυτο
και πάλι εδώ μέσα καταλήγεις
θα ήθελα άλλο σπίτι να βρεις
και πάψε μες στα πόδια μου να μπλέκεσαι
και να ζητάς τα ψίχουλα της προσοχής μου.

δε βλέπεις πόσο προσπαθώ να σε αγνοώ;

Μα όταν ανοίγω τα φώτα και τη μουσική
το γυφτάκι εξαφανίζεται
τα άλλα μπορεί να μένουν
χορεύοντας τις πίκρες τους επιδεικτικά μπροστά μου
αλλά εκείνο φεύγει.
θέλει, λέει, την αμέριστη προσοχή μου
για να κάνει τις εμφανίσεις του
είναι, λέει, πάντα στο δωμάτιο
μα φοράει σχεδόν αδιαλείπτως
τον μανδύα της ασυνειδησίας μου
που το κάνει αόρατο.
Και ποιος του λέει πως θέλω εγώ
την παρέα του;
ποιος του λέει πως
σαν κλείνω τα φώτα και πέφτω για ύπνο
απολαμβάνω να το βλέπω να υποφέρει
στη γωνιά του δωματίου μου
και να με κοιτάζει με μάτια υγρά και καστανά
ζητιανεύοντας ένα βλέμμα να του ρίξω;

Γι' αυτό κι εγώ σκαρφίζομαι ένα τέχνασμα
για να το ξεγελάσω
και να χαθεί μια για πάντα.
θα υποκρίνομαι
πως είμαι ρατσίστρια
πως το σιχαίνομαι
πως με ενοχλεί η παρουσία του γιατί
τα ρούχα του είναι σκισμένα
γιατί τα μάτια του είναι πρησμένα
γιατί βρίζει και καταριέται
που αδιαφορώ

κι ενώ το μυαλό μου αυτές οι ιδέες κατακλύζουν
εκείνο έρχεται ξανά
τώρα που την προσοχή μου απέσπασε,
κλείνει τα φώτα
και κάθεται στη σκοτεινή γωνία.
βγάζει το μπερέ του
και σαν να τα ξέρει όλα
μου λέει :
"Τώρα είμαστε εγώ κι εσύ.
Τέρμα οι υποκρισίες σου
γιατί ξέρω καλά πως δεν με σιχαίνεσαι
ούτε τα ξεσκισμένα ρούχα μου περιφρονείς.
Τα δικά σου κουρελιασμένα συναισθήματα φοβάσαι
και μου κλείνεις το στόμα
να μη σου φωνάξω κατάμουτρα
πως είσαι ένα παιδί
χωρίς σπίτι να γυρίσεις το βράδυ
χωρίς αγαπημένους να σου ράβουν κάθε μέρα τις πληγές
και κοίταξε με καλά,
εγώ κι εσύ είμαστε ένα
σου φωνάζω γιατί πρέπει να μ'ακούσεις
Δώσε μου κάτι να φάω
γιατί θα πεθάνεις".


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου