Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Χαρακτήρες | Ελλάδα Κράλλη

Ήταν νωρίς τα ξημερώματα. Ο ήλιος δεν είχε ξεπροβάλλει ακόμα κι όμως στάθηκε στο παράθυρό της προσμένοντας την πορφυρένια μορφή της αυγής. Σκέφτηκε τα μάτια του να την αγγίζουν όταν κοίταξε για λίγο τον σκούρο ουρανό που στο βάθος ξάνοιγε. Μάλλον φαντάστηκε το έντονο βλέμμα του πάνω της. Ήταν μια στιγμιαία δόση χαράς που χάθηκε με τον νοτιά. Κατάλαβε πως πλησίαζε το καλοκαίρι. Που ήταν όμως εκείνος; Γιατί δεν της μιλούσε πια;

Το ρολόι του έδειχνε περασμένες οχτώ. Πάλι θα αργούσε να πάει στη δουλειά του. Οι συνεχόμενοι εφιάλτες δεν τον είχαν αφήσει να ηρεμήσει εδώ και μήνες. Ειρωνεύτηκε λίγο τον εαυτό του λέγοντας ότι είναι προτιμότερο να είναι νεκρός παρά ζωντανός. Συνήθιζε να μιλάει μακάβρια μα λίγοι άνθρωποι μπορούσαν να τον αντέξουν. Το σπίτι φαινόταν παραμελημένο. Από πότε είχε να συμμαζέψει; Για λίγο προσπάθησε να θυμηθεί και στάθηκε κοντά στην μπαλκονόπορτα. Ο ήλιος έκαιγε. Αυτό ήταν σημάδι για το καλοκαίρι. Ποτέ δεν του άρεσε όσο ο χειμώνας, αλλά αγαπούσε πολύ τη θάλασσα. Έφερε στο νου του μια αγαπημένη του παραλία και εκείνη να βγαίνει από τα καταγάλανα νερά σαν σειρήνα με τη γλυκιά φωνή της. Αναρωτιόταν γιατί είχε χάσει επαφή μαζί της. Αμέσως η θλίψη έσβησε τις όμορφες εικόνες βυθίζοντάς τον στο απέραντο κενό της αβύσσου.

Σταμάτησε σε μια παιδική χαρά. Ήταν άδεια. Παράξενο για μια τόσο όμορφη μέρα. Συνειδητοποίησε ότι ήταν ακόμα νωρίς. Είχαν απλωθεί και τα κοκκινωπά σύννεφα στον ουρανό. Μόνο λίγοι άνθρωποι υπήρχαν σε μια στάση λεωφορείου ντυμένοι καλά για να πάνε στις δουλειές τους. Αισθανόταν χαμένη στις σκέψεις της και στο πρόσωπό του. Άκουσε μια φωνή μέσα από τα αυτιά της παρακινώντας την να καθίσει πάνω σε μια κούνια. Η χροιά της φωνής έμοιαζε με εκείνου. Έτρεξε χαρούμενη και κάθισε. Ο αέρας ήταν λίγο δροσερός και αυτό την ώθησε να μετακινήσει με το σώμα της την κούνια. Νόμιζε ότι πετούσε σαν πουλί αγκαλιά στα πολυαγαπημένα της σύννεφα, αλλά έπεσε απότομα στο χώμα.

«Που είσαι; Γιατί δεν μου μιλάς πια; Πάντα ήσουν δίπλα μου και τώρα έχεις εξαφανιστεί. Μίλησέ μου σε παρακαλώ!».

Αποφάσισε να μην πάει στην δουλειά τελικά. Τηλεφώνησε λέγοντας πως αρρώστησε. Ήπιε τον καφέ του γρήγορα και κατέβηκε στο αυτοκίνητο. Ήξερε ακριβώς που ήθελε να πάει. Στο δρόμο δεν βρήκε πολύ κίνηση. Ανυπομονούσε να δει το γυάλινο χρώμα της θάλασσας ξανά.  Προτίμησε να νιώθει τον αέρα στο πρόσωπό του και για αυτό άνοιξε το τζάμι του αυτοκινήτου. Άρχισε να αναγνωρίζει το μέρος όταν ο ήλιος άστραψε στα γαλάζια της νερά. Δεν άντεξε άλλο την οδήγηση και σταμάτησε το αυτοκίνητο σε μια άκρη κοντά σε ένα χωμάτινο δρόμο. Θυμήθηκε τον δρόμο με τα ξεραμένα δέντρα ριζωμένα στους χωμάτινους τάφους τους. Έτρεξε τόσο γρήγορα που γλίστρησε λερώνοντας τα ρούχα του. Είδε την θάλασσα που έμοιαζε σαν ένα ακίνητο αθάνατο τοπίο έτοιμο να βουλιάξει οποιαδήποτε ανάμνηση. Περίμενε να την ακούσει, καθώς είχε ξαπλώσει στη μουσκεμένη άμμο από τα κύματα. Ένα μεγάλο κόκκινο σύννεφο κάλυψε τον ήλιο και με αυτό τον τρόπο άλλαξε και το χρώμα του νερού. Τότε με ένα γλυκό κάλεσμα τον οδήγησε να την ακολουθήσει στα ματωμένα ύδατα της θάλασσας.

Στην καθημερινότητα αρκετοί άνθρωποι βιώνουν έντονες στιγμές από το παρελθόν τους. Μπορεί σε πολλούς να φανεί ότι είναι ίδιοι χαρακτήρες, αλλά στα τόσα εκατομμύρια πληθυσμού μοιάζουν σαν μικροσκοπικοί κόκκοι άμμου που η κλεψύδρα τους έσβησε μέχρι η πένα του ουρανού να τους πλάσει από την αρχή δίνοντας μια διαφορετική πινελιά για τα καθημερινά όνειρά τους.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου