Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Αφιέρωμα | Τάσος Λειβαδίτης: ο ερωτευμένος αριστερός αγωνιστής και άνθρωπος | Κατερίνα Καλαμπάκα


Ο Τάσος Λειβαδίτης σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά την παράτησε για να αφοσιωθεί στην λογοτεχνία και πιο συγκεκριμένα στην ποίηση. Έγινε γνωστός πρώτη φορά στο αναγνωστικό κοινό μέσα από το περιοδικό “Ελεύθερα Γράμματα”.

Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς. Πηγαίνει, λοιπόν, στην Αντίσταση κι οργανώνεται στην EΠON. Το 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο. Μεταφέρθηκε μετά από ένα χρόνο στη Μακρόνησο, μετά στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Ενώ ήταν εξορία θα χάσει τους γονείς του, αλλά πάντα θα έχει δίπλα του σύμμαχο και βράχο την αγαπημένη του, την οποία είχε παντρευτεί δύο χρόνια πριν την σύλληψη του.

Στα χρόνια της δικτατορίας, ο Λειβαδίτης βυθίζεται στη σιωπή του και παίρνει αποστάσεις όπως κάθε αριστερός. Κατέληξε να γράφει σε ένα νεανικό λαϊκό περιοδικό της εποχής. Με το ψευδώνυμο Ρόκκος, δούλεψε μια σειρά από βιογραφίες λογοτεχνών και μια σειρά από περιλήψεις εκτενών διηγημάτων της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Σαν σήμερα τον Οκτώβριο του 1988, μπαίνει στο Γενικό Kρατικό Nοσοκομείο. Υποβάλλεται σε δύο αλλεπάλληλες εγχειρήσεις για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, δεν αντέχει όμως κι αφήνει την τελευταία του πνοή.

Εκτός από το ήδη σπουδαίο και μεγάλο έργο του, μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου», η οποία έκδοση είναι μία από τις πιο πολυσυζητημένες και πολυδιαβασμένες.

Κανείς δε μπορεί να παραβλέψει την μεγάλη απήχηση του Τάσου Λειβαδίτη, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Ξεκινώντας από ένα απλό βιβλιοπωλείο και φτάνοντας ως τους ηλεκτρονικούς ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης δεν υπάρχει κανείς που να μη δει ένα στίχο του, ένα ποίημα του, ένα βιβλίο του. Αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγους, αλλά ο κυριότερος είναι ότι ξεκίνησε να γράφει σε μία εποχής αλλαγής -λογοτεχνικά, πολιτικά, κοινωνικά, εκφραστικά- κι έτσι έμεινε στη διαχρονία. Στιγμάτισε κι εκείνον και τον αναγνώστη, που σε όποια εποχή και να τον διαβάσει θα του μείνει έντονη η γεύση της επικαιρότητας και της αυτοαναφορικότητας.

Το έργο του λένε ότι χωρίζεται στις ακόλουθες φάσεις, όπως και των περισσότερων μεταπολεμικών ποιητών, που έγραφαν -και γράφουν- με ποικίλους τρόπους: την επαναστατική, την αλληγορική και την υπαρξιακή.

Δεν ήταν από εκείνους, που έγραφαν για τη Μεγάλη Ιδέα, τη μεγάλη Ελλάδα, το έθνος ή την πατρίδα. Ήταν ανάμεσα σε εκείνους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, που ξεκίνησαν να μιλούν για κάθε είδους πόνο, την εξορία, τον πόλεμο, την ηθική πτώση, την παρακμή,  τον αγώνα της αριστεράς κι από την άλλη για τον έρωτα, το πάθος, την αγάπη και τη δίψα για ζωή, επικοινωνία, ελευθερία και δικαιοσύνη. Φώναζε για τα παραπάνω τόσο όσο για τα λάθη των ανθρώπων και πως θα μπορούσαν να τα ξεπεράσουν. Φαινόταν απογοητευμένος, αλλά ταυτόχρονα ελπιδοφόρος και πάντα υπενθύμιζε ότι ήταν ζωντανός κι ένιωθε έντονα τα πάντα.

«Τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε. Άσκησε την κριτική με διεισδυτική ευαισθησία, με στοχασμό που δεν κατέληγε σε κάποια κανονιστικότητα, με άνοιγμα σε όλους τους τρόπους της ποίησης και αγάπη για όλους τους ποιητές, χωρίς εύνοιες και πατερναλισμούς». Έτσι έλεγε ο έμπιστος φίλος και συνεργάτης του, Τίτος Πατρίκιος.

Μιλούσε για τον εαυτό του όντας το πρόσωπο του κάθε, ερωτευμένου, αριστερού, αγωνιστή, ανθρώπου. Έγραφε μέσα από την ψυχή του σ' ένα στίχο ελεύθερο χωρίς συμβάσεις και περιορισμούς. Ο μόνος του περιορισμός κάθε φορά, που δημιουργούσε, ήταν το πως θα ξεπερνά τα όρια του και πως θα μπαίνει σ' ένα κόσμο, που ονειρεύονταν, για να τον μοιραστεί με τους υπόλοιπους.

Κατά κύριο λόγο μας δίνει την εντύπωση ότι μιλάει και διψάει για έρωτα. Ναι, ίσως μιλά για έρωτα συνέχεια, αλλά όχι για τον έρωτα μόνο στο πρόσωπο μιας γυναίκας. Είναι ερωτευμένος με τη ζωή, την ανάσα κοινωνικής δικαιοσύνης και την ελευθερία της ψυχής εξίσου.

Ο ίδιος ανάμεσα στα χειρόγραφα του έγραψε : «Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: Έζησε στα σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε σε ένα αβέβαιο όνειρο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου