Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Νομάς | Ιφιγένεια Νέμεσις



Ξύπνησα το χάραμα, εκείνη τη στιγμή της ημέρας που ο ήλιος δεν έχει ανατείλει ακόμα, αλλά προαναγγέλλει την εμφάνιση του μέσω του γλυκού, αβρού χρώματος που παίρνει ο μισονυσταγμένος ακόμα ουρανός. Το σπίτι δεν ήταν μεγάλο-δυο κάμαρες όλες κι όλες, ένα κουζινάκι, μεγάλα παράθυρα για να εισχωρεί το φως της μέρας και ένα καθιστικό. Αυτό που όμως ερχόταν να επιφέρει αντίθεση στο μικρό μέγεθος του οικήματος, ήταν το μεγάλο μπαλκόνι του, με τα φυτά να σκαρφαλώνουν στα πεζούλια και τα άνθη τους να ξεπροβάλλουν, και με το τραπεζάκι που είχα στήσει για να κάθομαι με ιλαρότητα και να ρεμβάζω τα δειλινά πριν βγω για βόλτα.

Δεν μου χρειαζόταν τίποτε άλλο, ήμουν ευτυχισμένη. Το σπιτάκι ήταν χτισμένο πάνω στην άμμο της παραλίας, απέχοντας κάποια μέτρα απόσταση από εκεί που έσκαγε ελαφρώς το κύμα.
Το είχα νοικιάσει την προηγούμενη χρονιά από έναν ηλικιωμένο Χαβανέζο, με ρόζους στα χέρια, ηλιοκαμένο δέρμα και πηγαία ευγένεια. Μου είπε ότι άνηκε παλιότερα σε ένα ντόπιο ψαρά, ο οποίος πέρασε τα γηρατειά του εδώ, όταν τα παιδιά του παντρεύτηκαν πλέον, του χάρισαν εγγόνια, και η γυναίκα του σφάλισε για τελευταία φορά τα μάτια της στο νοσοκομείο της πρωτεύουσας. Το έχτισε μόνος του με μεράκι όταν η μοναξιά του έτρωγε τα σωθικά στο διαμέρισμα της πόλης, και οι θύμησες έκαναν αισθητή την παρουσία τους παντού. Θα έλεγες ότι θέλησε να ξεφύγει, να ζήσει συνειδητά τα τελευταία χρόνια της ζωής του με γαλήνη και ηρεμία, εκεί όπου αγαπούσε περισσότερο: στην ακροθαλασσιά. Έμαθα μόνο ότι πέθανε ευτυχισμένος, έχοντας δηλώσει στον Ίαν, τον άντρα που του το πούλησε και με τη σειρά του το παραχώρησε σ'εμένα, ότι γνώριζε πως θα φύγει με αίσθημα πληρότητας και ευγνωμοσύνης απέναντι στη ζωή.

Η αγάπη του ψαρά για το σπίτι που έχτισε φαινόταν σε κάθε λεπτομέρεια: στα σκαλιστά παντζούρια που τώρα είχαν ξεθωριάσει (και τα άφησα ακριβώς έτσι για να αναδίδουν παλαιϊκή μυρωδιά), στα πλακάκια του μπάνιου που ήταν κοσμημένα με λουλούδια, στο μαρμάρινο μπαλκόνι, στις πήλινες γλάστρες που είχαν υπομείνει τον καυτό ήλιο και τώρα προσέφεραν τόπο κατοικίας στα δικά μου φυτεμένα λουλούδια. Άφησε ακόμα και τα φλυτζάνια του, όλα με γνωμικά και παλιές χαβανέζικες παροιμιώδεις φράσεις, αισιόδοξες ως προς τη ζωή.

Το χάραμα εκείνης της ημέρας με βρήκε να σκέφτομαι πολλά. Να αξιολογώ, χωρίς αυστηρή κρίση, αλλά με διάθεση αγκαλιάσματος, τη ζωή μου. Εκεί άνηκα κι εγώ πλέον. Γνώριζα τα πάντα αναφορικά με το μέρος, τις συνήθειες των ντόπιων, τα ωράρια που μπορούσα να μετακινηθώ προς την πόλη και να βρω κόσμο να έχει ξεχυθεί στα μαγαζάκια. <<Η Καϊλούα; Α, είναι όμορφη. Συνηθίζεις να ζεις χωρίς εμπόδια εδώ δεν είναι δα δύσκολο. Μια χούφτα κόσμος είμαστε! Μη βλέπεις που ο πληθυσμός αυξάνεται. Όλοι καλοδεχούμενοι είναι. Όσοι εγκαθίστανται εδώ, νιώθουν την ένωση-την αισθάνεσαι; Το βλέπω στο πρόσωπο σου, κοπέλα μου. Άλλοτε πάλι εξορμούν εδώ για ένα καλοκαίρι και μετά αναζητούν άλλα μέρη, άλλα χώματα. Τους καταλαβαίνω κι αυτούς. Είναι ιδιαίτερη πόλη, παρ'όλ'αυτά αξίζει να της δώσει κανείς μια ευκαιρία, και δύο άμα λάχει. Θα είμαι σπίτι αν κάτι χρειαστείς, έτσι κορίτσι μου; Μη διστάσεις να τηλεφωνήσεις. Ξέρω ότι τα υδραυλικά εδώ δεν είναι πρόθυμα να συνεργαστούν πάντα'' μου είπε μια μέρα ο ηλικιωμένος Ίαν και με χτύπησε απαλά στον ώμο πριν φύγει.

Δε δυσκολεύτηκα να δέσω τις ρίζες μου, τις εσώψυχες, με αυτές της παραθαλάσσιας Καϊλούα. Όταν ήμουν νεότερη, με έπιαναν τάσεις φυγής και μετακινούμουν σε διάφορα μέρη, ελπίζοντας ότι θα έρθει η ηρεμία να με βρει με βασικό παράγοντα την τοποθεσία που θα διάλεγα. Νομίζω γύρω στα εικοσι έξι έτη μου συνειδητοποίησα ότι εγώ κυνήγησα, αρχικά θυμωμένη και στη συνέχεια κατασταλαγμένη, την ηρεμία μου και εν τέλει δέχθηκε την προσφορά μου και εισέβαλε στην ψυχή μου. Ήταν πάνω-κάτω τότε που κράτησα το νεογέννητο γιο μου στην αγκαλιά μου, και τα τείχη που είχα στήσει έσπασαν σε μύρια τόσα μικρά θραύσματα. Ακούμπησα ευλαβικά το πηγούνι μου στο κεφαλάκι του και γαλήνια, κατάλαβα με όλο μου το είναι ότι έγινα μητέρα.

Δεν το μετανιώνω. Νέοι και νέες μαζεύονται στην παραλία όταν έχει καλό καιρό και κρατούν τις μπύρες τους, φλερτάρουν, περπατάνε στην ακροθαλασσιά. Ανάβουν καπνό και τραγουδάνε εύθυμα μέχρι να ξημερώσει. Άλλες φορές, ακούω τους γλάρους να κρώζουν φτερουγίζοντας στην παραλία και ενίοτε στην ταράτσα μου. Υπάρχουν μέρες που η ζέστη εισχωρεί μέχρι και τα βαθύτερα κύτταρα μου και κάθομαι στο μπαλκόνι με το λεπτό τιραντέ φανελάκι μου, που ο άντρας μου πάντοτε έλεγε ότι αγκαλιάζει τα στήθη μου, και από τότε το τιμώ αρκετά συχνά.

Υπάρχουν πάλι μέρες που ο άνεμος ξεσηκώνει τα σανίδια στην παραλία και ξεριζώνει τα άνθη μου. Τότε κλείνω τα παραθυρόφυλλα και αφουγκράζομαι τους ήχους, ξαπλωμένη στο μαλακό κρεβάτι. Τρομάζω. Ίσως ο γεράκος έχει δίκιο που με αποκαλεί κοπέλα ή κοριτσάκι, και ας έχω πατήσει εδώ και καιρό τα 50.

Δεν είναι τυχαίο που γεννήθηκα καλοκαίρι. Υπήρξα νομάς, αλλά βρήκα τον προορισμό μου σε αυτό το όμορφο σύμπλεγμα του Ειρηνικού ωκεανού. Το καλοκαίρι πάντα θα σφύζει μέσα μου, και ας θερίζουν εξωτερικά οι πιο στυγνοί χειμώνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου