Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Η λάθος φωτογραφία | Τάσος Μαλεσιάδας



Στη Μαίρη

Στην εκδήλωση όλοι τους ήταν τόσο όμορφα ντυμένοι. Εκείνο το βράδυ, βλέπεις, ήταν προς τιμήν του. Όλοι είχαν έρθει για εκείνον. Τον αγαπούσαν, έτσι έλεγαν, ύστερα από 50 χρόνια συγγραφικής πορείας. Από τις λίγες φορές που δεξιοί, αριστεροί, φιλελεύθεροι και αναρχικοί συναγενιάζονταν χωρίς να γίνεται το «έλα να δεις» μέσα στην αίθουσα εκδηλώσεων. Τα ποτά πολλά, τα φαγητά επίσης.

Η μουσική τη νύχτα εκείνη θύμιζε συνοδεία θανάτου. Ενός φτιαχτού θανάτου. Στη μέσα τσέπη του σακακιού του είχε τα αποτελέσματα των εξετάσεων από την πολυκλινική. Είχε τραβήξει ήδη το δρόμο για να βαδίσει μακριά. Και όταν λέμε μακριά, μη νομίζετε πως μιλάμε για άλλες ζωές και παραδείσους, κολάσεις και τα συναφή. Απλώς ήθελε να τον θάψουν στο χωριό του. Και ήταν παραπάνω από 500 χιλιόμετρα μακριά. Οπότε μακριά.

Ο φωτογράφος της εκδήλωσης ήταν ένας μακρανιψιός του, που το είχε πιστέψει. Τίποτα παραπάνω. Βλέπεις, δεν είχε ιδέα από τεχνολογία και αγγάρευε το μικρό να κάνει τη δουλειά και του έδινε και χαρτζιλίκι, επειδή τον είχαν διώξει από το σπίτι λόγω επιλογών. Μη φανταστείτε τίποτα σεξουαλικό, τίποτα ομοφυλοφιλίες και τέτοια, αλλά ο μικρός δεν ήθελε να γίνει πραγματογνώμονας σαν τον πατέρα και το γραφείο θα πήγαινε «χαμένο».

Η εκδήλωση τελείωσε νωρίς. Σχετικά, δεν κράτησε κανένα φιλοσοφικό συμπόσιο, ούτε καμιά συζήτηση ενδιαφέρουσα. Είναι οι καιροί που έρχονται για τη φωτογραφία και φεύγουν. Έτσι, αυτό το παράταιρο συνάφι έτσι όπως παράταιρα έφτασε τόσο το αντίθετο παράταιρα έφυγε. Αγκαζέ. Ομαδόν. Όλοι μαζί παρέα, οι μεν προς Κολωνάκι και οι δε στα Εξάρχεια. Μία Σόλωνος τους ενώνει.

Και ο μακρανιψιός είπε να τιμήσει το θείο του ( και τα ευρώ του, όπως και το μικρό δυάρι στα Ιλίσια που τον φιλοξενεί χωρίς νοίκι ) ανεβάζοντας φωτογραφίες από την εκδήλωση. Αν και το έκανε για να βρει και καμία δουλειά ως φωτογράφος, πράγμα που ούτε ο θείος του δεν είχε καταφέρει... και πιστέψτε με, ο θείος κατάφερνε τα πάντα.

Ανέβασε λοιπόν στο facebook τις φωτογραφίες και μέσα σε αυτές ήταν και η λιγότερο καλλιτεχνική από όλες τις άλλες με τις μετρημένες γωνίες, τις φτιαγμένες με τα φώτα και τις σκιάσεις. Τις «πειραγμένες» καταπώς λένε.

Το τελευταίο βιβλίο του θείου, εκείνος να κοιτά τη θεία, δίπλα του και Εκείνη, από την αρχή της πορείας του, Εκείνη τον έσπρωξε, Εκείνη τον έκανε καλύτερο. Η θεία κοιτούσε το ρυτιδιασμένο χέρι του, ο θείος το πρόσωπο της θείας και το βιβλίο με τον παράξενο τίτλο του ( ούτε το όνομα δε θυμάμαι να σας πω, για να μη μου έμεινε, φαντάζεστε τι θα ήταν ) στραβό.

Και παράξενο, όλες οι υπόλοιπες φωτογραφίες έμειναν αδιάφορες και εκείνη προκάλεσε σάλαγο. Η άσχημη, η αφκιασίδωτη!

Δύο γέροι ( και ας του είχαν χαρίσει το δυάρι, εκείνος έτσι τους είπε μία νύχτα μέσα στη μαστούρα πλάι σε μία γκόμενα ) και ένα στραβό βιβλίο.
Για να μη μακρηγορούμε, ο γέρος πέθανε έξι μήνες μετά. Εκείνη πάνω στο εφτάμηνο. Το βιβλίο, μιας και ήταν το τελευταίο του, έκανε πάταγο και μαζί «τράβηξε» και όλα τα άλλα. Όλος ο κόσμος έπιασε ξανά να διαβάζει τα έργα του.

Και όλοι θυμήθηκαν τη φωτογραφία.

Κανείς το φωτογράφο, το δυάρι.

Που το μόνο σωστό πράγμα που έκανε στη ζωή του, ήταν μία λάθος φωτογραφία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου