Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Για την γυναίκα με τις λυπημένες ρυτίδες | Γιάννης Σαλάπας


Στο τρένο για την δουλεία βαριέμαι πια την διαδρομή. Άγιος Νικόλαος-Νέα Ιωνία. Ίδιες πολυκατοικίες, ίδιες στροφές, τα ίδια ονόματα στους δρόμους. Δεν αλλάζει τίποτα ή το κάνει πολύ αργά. Τουλάχιστον στα κτήρια. Ο κόσμος στο τρένο αλλάζει συνεχώς. Αυτή η ενδιαφέρουσα μάζα έγινε το παιχνίδι μου. Κοιτάω φάτσες και προσπαθώ να σκεφτώ μια ιστορία πίσω από καθένα από αυτά τα πρόσωπα. Σκέφτομαι τι κάνουν στην ζωή τους ή το τι σκέφτονται. Όλοι το κάνουν αυτό όμως. Εγώ βάζω θεματικές. Διαφορετική κάθε φορά. Και σήμερα ήταν το κάπνισμα. Το ποιος καπνίζει και πως ήταν το ζητούμενο. Ένας τύπος λίγο παραπέρα, λίγο ατημέλητος, ε ατημέλητα θα καπνίζει. Τον προσπερνώ. Ο μεταλλάς εκεί δεν καπνίζει ποτέ. Γάμα τον.

Η γιαγιά απέναντι μου καπνίζει ένα τσιγάρο Σαντε φίλτρο κάθε μεσημέρι. Όταν όλοι κοιμούνται και αυτή έχει πλύνει μόλις τα πιάτα. Η κυρά-Αίγλη απέκτησε αυτό το συνήθειο μια μέρα πριν 35 χρόνια. Ήταν 25 χρονών και νιόπαντρη. Μεγαλοκοπέλα παντρεύτηκε σχολίαζε το σόι αλλά πάλι καλά να λέμε γιατί κόντευε να μείνει γεροντοκόρη με αυτές τις σπουδές της. Είχε τελειώσει δικηγορέσα αλλά κανείς δεν έκανε τραπέζι για αυτήν όταν πήρε το πτυχίο της, όπως έκαναν στον αδερφό της. Ούτε όταν τελείωσε το μεταπτυχιακό της. Αλλά τότε δεν έκλαψε στο δωμάτιο της. Τότε βγήκε έξω, άφησε το σπίτι στην Σποράδων 43 και πήγε να πιει ένα πότο. Εκεί γνώρισε τον μέλλοντα σύζυγο της, τον Μάρκο. Δοξάσει ο κύριος! Δύο χρόνια μετά παντρεύτηκαν. Δούλευε σε ένα δικηγορικό γραφείο και το μεταπτυχιακό της ήταν τεράστια βοήθεια στο ψήσιμο του καφέ και στην ατελείωτη χαρτούρα. Από όταν έπιασε δουλεία εκεί άρχισε το κάπνισμα. Κάπνιζε λεπτά τσιγάρα με πιπέτα τότε. Και σίγουρα δεν κάπνιζε ένα μόνο το μεσημέρι. Οι συνάδελφοι της την θαύμαζαν καθώς κατέβαζε τον καπνό και ξεφύσαγε σαν μια άλλη Γκρέτα Γκάρμπο. Ξέχασα να σας πω πως η κυρά-Αίγλη ήταν πανέμορφη στα νιάτα της. Μέσα στον χρόνο έμεινε έγκυος. Πήγε στον γιατρό τον κ. Αριστείδη και της είπε να κόψει το κάπνισμα. ‘’Κουβαλάς ένα παιδί μέσα σου, τι φταίει να καπνίζει και αυτό?’’. Δίκιο είχε. Το έκοψε. Στην δουλεία κόντευε να τρελαθεί χωρίς τσιγάρο. Μια μέρα που έκατσε 4 ώρες υπερωρία μέχρι να βγει η χαρτούρα γύρισε σπίτι και ζήτησε από τον Μάρκο ένα τσιγάρο. ‘’Όχι, κουβαλάς το παιδί μου!’’. Είχε δίκιο.


Τέσσερεις μήνες πριν την γέννα και ενώ είχε φουσκώσει για τα καλά της είχε έρθει ξανά όρεξη για τσιγάρο. Ήταν Καθαρά Δευτέρα και βρισκόταν σε αυτά τα απάνθρωπα οικογενειακά τραπέζια οπού δύναται κανείς να ακούσει μαλακίες του στυλ ‘’Μην φας χταπόδι γιατί θα βεντουζώσει το παιδί και δεν θα βγαίνει.’’. Το άκουσε και αυτό από την κυρία Παναγιώτα, την πεθερά. Δεν κάπνισε.
Την επόμενη μέρα πήγε με την κοιλιά τούρλα από το παιδί και από τον ταραμά που προφανώς δεν έχει αντιβρεφικές ιδιότητες στο αφεντικό της να συζητήσουν για την άδεια. Ήθελε να φύγει τρεις μήνες πριν την γέννα. Της είπε πως σιγά την δουλεία που κάνει και σε ένα γραφείο κάθεται και πως θα φύγει στον τελευταίο μήνα. Δεν είπε τίποτα.

Πήγε σπίτι. Ο σύζυγος κοιμόταν. Έπλυνε τα πιάτα και πήγε στον καλόγερο να κρεμάσει το σακάκι του Μάρκου. Στην μέσα αριστερή τουίντ τσέπη είχε ένα πακέτο Σαντε φίλτρο. Πήρε ένα και το κάπνισε. Και ήταν το καλύτερο τσιγάρο του κόσμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου