Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Όλοι βιάζονται, κανείς δεν πάει πουθενά | Μανώλης Τελώνης


Διάβασέ με γρήγορα γιατί δεν προλαβαίνουμε.

Τσιμέντο παντού. Τα φώτα στους δρόμους και στα φανάρια αντανακλώνται αστεία ανάμεσα στις στάλες της βροχής. Τα χρώματα διαχέονται θαμπά, κάνοντας την πόλη να μοιάζει με τσίρκο.

Πρωταγωνιστές είμαστε εμείς, που παράδοξα κι αναμενόμενα βρισκόμαστε στις πίσω θέσεις.

Τα πρόσωπα βαμμένα και χλωμά. Τα μαλλιά κολλάνε στο μέτωπο. Η σκόνη μυρίζει, δε φαίνεται. Πόρνες δεμένες με αόρατα δεσμά χαμογελάνε θεατρικά, όπως όλοι μας.

Τα τριαντάφυλλα μαδάνε και τα αγκάθια τους στάζουν τα λερωμένα από χάδια ή υγρά σεντόνια των ξενοδοχείων.

Έχεις λίγο αίμα στο αλκοόλ σου. Το αγαπημένο σου γλειφιτζούρι είναι γεύση κεράσι. Μη ρωτάς πώς το ξέρω.

Μα η μουσική είναι ψεύτικη και έχει ξεχαστεί στις επόμενες γραμμές.

Μεθυσμένες φωνές βγαίνουν σε βρισιές από κορμιά με μισάνοιχτα λερωμένα πουκάμισα και ασιδέρωτα χαρτονομίσματα.

Όσο ακριβά και να ‘ναι τα αρώματα οι ψυχές βρομάνε σαπισμένα μήλα και ξεχασμένα τασάκια. Τα φιλοδωρήματα πάνε στα άτομα που δεν θα έπρεπε.

Δόντια τρίζουν, δόντια πέφτουν, δόντια λείπουν.

Τα νυχτολούλουδα πεθαίνουν όταν βγει ο ήλιος μαζί με την έκσταση όσων ανακαλύπτουν την ζωή.

Τα φώτα του δρόμου λούζουν με ποίηση τους περαστικούς, μα δεν βρέχονται. Φωτίζονται μα δε φαίνονται, γνωρίζονται μα δεν το ξέρουν.

Το κόκκινο μπαλόνι δεν μπορεί να πετάξει με τέτοιο καιρό. Το αδέσποτο δεν αντέχει άλλη αρρώστια. Τα χείλη βαραίνουν από το πολύ κραγιόν και ο ήχος των τακουνιών που σπάνε είναι μελωδικός.

Οι τρίχες των μαύρων γάτων κρέμονται σαν σταλαχτίτες λόγω της βροχής κι έπειτα σηκώνονται πάλι για να σπείρουν τρόμο. Τα μάτια τους τρυπάνε το φεγγάρι.

Εκείνο κλαίει αστρικό φως που δεν αγγίζει πεζοδρόμιο.

Μια μητέρα διαβάζει ένα παραμύθι στο μικρό της λίγο πριν κοιμηθεί. Εκείνο βιάζεται να μεγαλώσει. Μια κοπέλα βιάζεται στο στενό της πολυκατοικίας τους.

Όλοι βιάζονται μα κανείς τους δεν πάει πουθενά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου