Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Έρωτας στη Σαντορίνη | Μαρία Φραντζεσκάκη


Το ξυπνητήρι ξύπνησε την Τίνα σχεδόν ξημέρωμα. Την προηγούμενη μέρα δούλευε μέχρι αργά στο γραφείο. Τόσες άλυτες υποθέσεις, τόσο διάβασμα. Τόσα δικαστήρια. Και όλοι να ζητούν  την πολυπόθητη ελευθερία είτε την αξίζουν είτε όχι. Πάντα υπήρξε άριστη μαθήτρια. Τελείωσε την Νομική Αθήνας με άριστα, ειδικεύτηκε  στο ποινικό. Το αστικό δίκαιο πάντα της φαινόταν βαρετό. Το εργατικό πολύ συνηθισμένο. Και εκείνη πάντα έψαχνε την περιπέτεια. Αν δεν είχε γίνει δικηγόρος - σίγουρα θα ήθελε να είναι πολεμική ανταποκρίτρια στην πιο εκρηκτικά εμπόλεμη ζώνη. Αλλά όλα αυτά δεν είχαν καμία σημασία σήμερα. Τα "αν" είναι τόσο ανούσια την δεδομένη ημέρα.

 Μεστός Ιούλιος σαν φωτιά . Η εποχή που ο ερωτικός οίστρος των ανθρώπων ξεπερνάει τα πιο κτηνώδη ένστικτα των ζώων. Ετοιμάζοντας, την βαλίτσα της, σχεδόν τρέχοντας θυμάται εκείνο τον φίλο της που ζούσε στο εξωτερικό και της έλεγε " εγώ τέσσερις μήνες ζευγαρώνω οι υπόλοιποι είναι για χειμερία νάρκη" . Ένα κόκκινο φουστάνι, ένα σορτσάκι, μαγιώ  και όλα τα απαραίτητα. Έκλεισε βιαστικά την πόρτα πίσω της - αφού φρόντισε να βάλει τροφή στην γάτα . Πειραιάς. Λιμάνι. Το λιμάνι που δε θα βρει ποτέ της - γιατί αποδέχθηκε την μοναξιά από την κοιλιά της μάνας της. Τότε που λίγο πριν την γεννήσει Ιούλη σχεδόν διάβαζε Ρίτσο κάτω από μια σκιά στην αυλή του εξοχικού τους. Επιβιβάστηκε στο πλοίο. Μόνη. Σχεδόν ιδανικά χαμένη. Ηρεμία πια. Μακριά από δικογραφίες, πελάτες και εκείνον τον ρόλο που δεν απαιτούσε μόνο σικάτο ντρέσκοουντ αλλά και σοβαροφάνεια, σκληράδα σε κορμοστασιά και πρόσωπο.

Θα έφτανε στο νησί απόγευμα. Πάντα αγαπούσε το ταξίδι με το πλοίο. Δίνει μία τρομακτική αίσθηση ελευθερίας το να πλέεις. Η θάλασσα πνίγει τη σκέψη. Φέρνει ομορφιά. Ο αέρας σε τσιμπάει.Και η περιπέτεια καραδοκεί σχεδόν με την θυσία να βουτήξεις στο μπλε. Το πλοίο είχε πάρα πολύ κόσμο. Όπως πάντα πήρε το βιβλίο της , κάθισε στο κατάστρωμα αφού για αρκετή ώρα χάζεψε τον ορίζοντα και απόλαυσε το ταξίδι. Διάβαζε την "αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι" του Μίλαν Κούντερα και σχεδόν επαναλαμβανόμενα το απόσπασμα για τον μοιρασμένο ύπνο. Βαριόταν τόσο εύκολα τους άντρες.Είχε απογοητευτεί πολύ από τους περισσότερους γιατί ήταν προβλέψιμοι. Λες και ο έρωτας ήταν ένα στρατηγικό παιχνίδι που πάντα ήξερε καλύτερα. Όσοι ήταν βαρετοί ήταν πιστοί αλλά την έκαναν δυστιχισμένη καθώς δεν της προκαλούσαν κανένα ενδιαφέρον, όσοι ήταν έξυπνοι ήταν ανικανοποίητοι όσες γυναίκες και αν είχαν να τους αγαπάνε και όπως πάντα  όσοι την παίδευαν τους αγαπούσε πιο πολύ. Είχε αποφασίσει να ζήσει ευτυχισμένη και μόνη . Ελεύθερη από κάθε άνθρωπο που την ήθελε δέσμια . Όχι πια έρωτες που λένε και οι Κόρε Ύδρο. Μόνο διακοπές, φίλοι, γέλια , ποτά.





Ενώ σκεφτόταν αυτά διαβάζοντας παράλληλα το βιβλίο, έστρεψε το βλέμμα  σε έναν άντρα που αγνάντευε και τον φυσούσε ο αέρας. Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλός αλλά ούτε κοντός. Ήταν γεροδεμένος και στα χέρια του πετούσαν οι φλέβες. Φορούσε ένα μαύρο t-shirt και ένα jean , ήταν μελαχρινός και είχε καθίσει για αρκετή ώρα στα κάγκελα του πλοίου. Τα μαύρα γυαλιά του προσέδιδαν ένα μυστήριο σαν αυτό που έχουν οι ερωτικοί ήρωες στις ταινίες . Γύρισε το κεφάλι του και τότε παρατήρησε ότι το πρόσωπό του είχε έντονες γωνίες και γένια. "Ενδιαφέρον τύπος" σκέφτηκε. Δεν έδωσε περαιτέρω σημασία. Ένιωθε πλήρης μόνη της. Δεν χρειαζόταν κανέναν και τίποτα.

Εκείνος κάθισε σε ένα σημείο που δεν ξέφευγε από το οπτικό της πεδίο- λες και ήθελε να κάνει αισθητή την παρουσία του. Όχι όχι, δεν θα τσιμπούσε και ας της άρεσε.Εκείνη σηκώθηκε να ξεμουδιάσει. Εκείνος άναψε τσιγάρο και πήγε λίγο πιο δίπλα της στο κάγκελο του πλοίου. Γύρισε να τον κοιτάξει.

-Πόσο λαχταράω ένα τσιγάρο τώρα. Έχω να καπνίσω ένα χρόνο.
- Το έχεις κόψει; Μπράβο σου. 
-Ναι  το έκοψα ,αλλά μου λείπει που και που.
-"Θέλεις;" και της γνέφει με το πακέτο ανοιχτό.
-Σ'ευχαριστώ .

Κάπνισε την πρώτη τζούρα λες και ο καπνός είναι φτιαγμένος από το χέρι του Θεού. Την παρατηρούσε και χαμογέλασε.

- Σαντορίνη λοιπόν; τη ρώτησε και ένιωσε το χέρι του να ιδρώνει.
-Ναι για χαλάρωση και να δω κάποιους φίλους.

Η Τίνα ήταν τόσο όμορφη. Φορούσε ένα μακρύ  φουστάνι με σκίσιμο μέχρι το μπούτι και μαύρα γυαλιά. Ήταν απλή μα πάντα περιποιημένη. Και τα μακριά ,μαύρα μαλλιά της ανέμιζαν θυμίζοντας πλάνο κινηματογραφικής ταινίας.

-Εσύ πως και πας στο νησί;
-Εγώ δουλεύω εκεί.
-Με τι ασχολείσαι;
-Είμαι μάγειρας σε ένα αρκετά καλό εστιατόριο.
- Ω εξαιρετικά! 

Και οι δύο άρχισαν να σκέφτονται και να επεξεργάζονται την γνωριμία τους. Αμηχανία. Κι ας ήταν τριαντάρηδες σχεδόν.

- Ξέρεις αν θέλεις μπορείς να έρθεις να φας στο μαγαζί "Batida" λέγεται.
- "Σ'ευχαριστώ για την πρόσκληση." είπε και κοκκίνισε.

Λοιπόν σε αφήνω , πάω να κάνω μία βόλτα , αποκρίθηκε ξανά  και έφυγε. Οι ώρες πέρασαν αρκετά γρήγορα παρά το μεγάλο του ταξιδιού. Δεν τον ξαναείδε . 

Φτάνοντας στο νησί, πήγε στο ξενοδοχείο να αφήσει τα πράγματά της γιατί ήδη για το απόγευμα είχε κανονίσει να οργώσει το νησί με ένα τζιπάκι  που θα νοίκιαζε μαζί με κάποιες φίλες της που θα συναντούσε και είχαν ήδη δύο μέρες εκεί. Το τηλέφωνό της δε σταματούσε ποτέ. Κάποιες φορές σιχαινόταν τόσο αυτή την συσκευή -άλλες πάλι ήταν η προέκταση του χεριού της. Έκανε ντουζ και ντύθηκε.Ήρθαν και την πήραν. Επισκέφθηκαν την άγρια πλευρά του νησιού. Την φύση. Ανέβηκαν ψηλά να έχουν την πιο όμορφη θέα. Κάθισαν για λίγο έβγαλε ένα μπουκάλι τεκίλα που είχε κουβαλήσει μαζί της και έβρεξαν τα χείλη τους. Της είχε λείψει ακόμα και αυτό. Να πίνει αλκοολ από το μπουκάλι με τις φίλες της. Γιατί αυτές οι στιγμές μένουν. Οι στιγμές που είσαι ο πιο απλός και αυθόρμητος εαυτός σου. Γέλασαν με ένα χαζό αστείο. Μίλησαν για το πως περνούν . Είχε ήδη αρχίσει να βραδιάζει . Η Καίτη ξεκίνησε να οδηγάει για να επιστρέψουν.

 Oι φίλες της κουβαλούσαν την ίδια τρέλα με εκείνη. Κορίτσια μεγαλωμένα σε νησιά η Καίτη στην Χίο και η Ράνια στην Σύρο ήθελαν να πιουν τη ζωή με το κουτάλι. Σ'αυτό το νησί ο ήλιος λες και έχει τοποθετηθεί από τον Θεό με τον πιο όμορφο τρόπο. Αν η Κρήτη είναι ευλογημένη όπως λένε σε όλα σίγουρα η Σαντορίνη είναι η Αφροδίτη σε νησί. Σχεδόν παντού ζευγάρια να περπατούν χέρι χέρι στα δρομάκια- τόσος ιδεαλισμός μαζεμένος. Όλοι να πιστεύουν στον έρωτα. Μέχρι τα 30. Μετά μηδενίζεις και βλέπεις ότι όλα είναι ρεαλισμός. Οι σχέσεις, οι άνθρωποι τα πάντα και πως μπορείς να είσαι ευτυχισμένος μόνο όταν είσαι ελεύθερος και μόνος. Ή για να τα λέμε καλύτερα λιγότερο δυστυχισμένος. 

- Λοιπόν κοριτσόπουλα , πάμε να αλλάξουμε και να πάμε για φαγητό έχω κάτι υπόψην .
- Που θα μας πας Τινάκι;
- Έλεγα στο "Batida" δεν ξέρω αν το γνωρίζετε.
- Ναι έχω ακούσει τα καλύτερα.
-Ωραία.

Η μία ήταν πιο όμορφη από την άλλη. Η Τίνα φόρεσε εκείνο το κολλητό κόκκινο φόρεμά της που σφιχταγκάλιαζε τις καλλίγραμμες καμπύλες του κορμιού της, αφήνοντας να φαίνεται όσο δέρμα χρειαζόταν για να διαγείρει μυστήριο, ψέκασε εκείνη την εθιστική κολόνια που είχε αγοράσει από το τελευταίο της ταξίδι στη Ρώμη και κατέβηκε κάτω για να βρει τις φίλες της. 

Περπάτησαν λίγο. Μαγευτικά τα φώτα. Ακόμα και ο αέρας του νησιού είχε μία ξεχωριστή ενέργεια. Βράδυ. Κάθισαν σε ένα τραπέζι πλάι στο κύμα..Παρήγγειλαν αστακομακαρονάδα και κρασί.  Το φαγητό ήταν νοστιμότατο. Σχεδόν ένιωθες την θάλασσα μαγειρεμένη στα μακαρόνια. 

-Συγχαρητήρια να δώσετε στον σεφ.
-Σας ευχαριστούμε , θα τα μεταβιβάσω. Βέβαια αν θέλετε μπορείτε να του τα πείτε και εσείς η ίδια.
-Ναι δεν είναι κακή ιδέα.

Σηκώθηκε επιθυμώντας να πληρώσει και να κεράσει τις φίλες της και επί τη ευκαιρία να δώσει και τα συγχαρητήρια της στον σεφ.

Η δουλειά είχε κοπάσει. Ο Δημήτρης όπως πάντα ετοιμοπόλεμος στην Τέχνη του. Έτοιμος να δημιουργήσει ένα άρτιο πιάτο και όσο ξεχωριστό όσο ο καταναλωτής του. Ανέβασε το βλέμμα αργά - σκανάροντας την γυναίκα που πλησίαζε. 

Μακριά καλλίγραμμα πόδια - μα όχι ιδιαίτερα ψηλή. Μαύρα μαλλιά λίγο πιο κάτω από τους ώμους φωτιά στο κατακόκκινο φόρεμά της που αναδείκνυε τις καμπύλες της λεκάνης και του στήθους της. Μόλις αντίκρυσε το πρόσωπό της - μόλις κατάλαβε ότι ήταν η κοπέλα που γνώρισε στο πλοίο πάγωσε. Γούρλωσε τα μάτια του μέσα από εκείνα τα επιβλητικά γυαλιά μυωπίας του. Την κοίταξε όπως θα κοιτούσε ο Χάνιμπαλ ένα από τα θύματα του. Η διαστροφή του στο βλέμμα. Λένε πως όλοι οι μάγειρες είναι διεστραμμένοι . Αλλά ερωτικά διεστραμμένοι. Αναρωτιέμαι αν ισχύει και για τους ζαχαροπλάστες ή αν οι τελευταίοι είναι τα ρομαντικά παιδιά. 

-Τελικά μας τιμήσατε!
-Συγχαρητήρια, εξαιρετικό το φαγητό.
- Σ'ευχαριστώ.

Της χαμογέλασε. Κάποιοι λένε επίσης, πως αν νιώθεις αμήχανα και δεύτερη φορά  που συναντάς κάποιον μάλλον είναι έρωτας. 

-Θα μείνεις αρκετές μέρες;
- Μια βδομάδα.
-Ωραία.
-Ναι!Λοιπόν , πάω πίσω στην παρέα μου.

Της έγνεψε να την χαιρετίσει. Ο Δημήτρης συμπεριφερόταν σαν παιδί.Ήθελε να δει αν υπήρχαν άντρες στην παρέα της. 

-Την ξέρεις ; τον ρώτησε ο Πάνος που σερβίριζε.
-Κατά κάποιον τρόπο ναι.
-Κουκλάρα φίλε. Αυτή σε ψήνει και σε τρώει και δεν έχεις πάρει χαμπάρι.
-Δεν είναι για τα μούτρα σου ψηλέ.Μπάστα!
-Κάποιος την πάτησεεε.... 

Δεν του έδωσε σημασία. Καιγόταν να μάθει αν ήταν μόνη. Είδε πως στην παρέα της υπήρχαν μόνο γυναίκες. Ένιωσε μια μικρή χαρά. Σκαρφιζόταν τρόπους για να την πλησιάσει. Πως να είναι διακριτικός και να μην φανεί λιγούρης. Πως να μη φανεί χαζός και ντροπαλός .Ένιωθε σχεδόν πρωτάρης στο φλερτ. Εκείνος που ανέπνεε για να φλερτάρει. Είτε με άσχημες είτε με όμορφες. Με έξυπνες και χαζές. Γιατί όλες είχαν κάτι. Ο Δημήτρης ήταν λάτρης της γυναίκας ως ιδέα και υπόσταση. Ποτέ δεν τον ένοιαζε η σάρκα απαραίτητα. Αγαπούσε όμως όλες όσες γνώριζε και αλληλεπιδρούσαν σε εκείνο το παιχνίδι που λέγεται έρωτας ή φλερτ ή αγάπη. 

Εκείνες ετοιμάστηκαν να φύγουν. 

"Προχωρήστε , πάω ένα λεπτό στο μπάνιο και έρχομαι." είπε.

-Ξέρεις δεν γνωριζόμαστε αλλά μιας και με τίμησες να έρθεις να φας από τα χέρια μου έλεγα να προτείνω να πιούμε ένα ποτό το βράδυ. Αν δεν έχεις κανονίσει κάτι. Ή δεν έχεις αντίρρηση..
-Η αλήθεια είναι πως δεν έχω κανονίσει. Απλά σκέφτομαι τα κορίτσια.
-Όπως νομίζεις.
-Λοιπόν, τι ώρα τελειώνεις από το εστιατόριο;
- Υπολογίζω στις δυόμιση. 
-Ωραία , μπορούμε να πάμε στο διπλανό μπαράκι.
-Θα σε βρω εκεί. Καληνύχτα.

Και εκείνη ένιωθε περίεργα. Της άρεσε. Φαινόταν ιδιαίτερος. Ειδικά εκείνο το διεστραμμένο βλέμμα του. Ζούσε για βλέμματα και αγγίγματα. Βγήκε πρώτα με τις φίλες της για ποτό. 

-Και μια Μύκονο να χτυπήσουμε κορίτσια." είπε η Καίτη.
-Τρελοκομείο είσαι. Τι τη θες τη Μύκονο μωρή στα γεροντάματα;Βολέψου με καμια Τήνο.

Γέλαγαν. Η Τίνα χαμένη στις σκέψεις της. Γέλαγε που και που. Ψέλλιζε δυο κουβέντες που και που. Η μουσική ήταν δυνατή - οπότε όλοι νόμιζαν ότι όλα είναι καλά. Όπως συμβαίνει πάντα. Η ώρα πέρασε.Άφησε τις φίλες της με την πρόφαση ότι ήταν κουρασμένη. Δεν είχε την διάθεση να τους πει. 

Εκείνος την περίμενε ήδη έξω από το μαγαζί. 

-Ήρθες.
-Ναι αφού κανονίσαμε .
-Μπορούμε να πάρουμε ένα κρασί και να κάτσουμε στην παραλία ή αν θες όπως είχαμε πει να πάμε στο διπλανό μαγαζί. Τι προτιμάς;
- Νομίζω προτιμώ την ησυχία.
-Ωραία.

Πήρε ένα κόκκινο κρασί από την κάβα που είχαν και περπάτησαν μέχρι να βγούν στην παραλία και να καθίσουν. Δεν την ένοιαζε να λερωθούν τα ακριβά της ρούχα. Όταν νιώθεις κάποια έλξη- ποτέ δε σε νοιάζει τίποτα. Κάθισαν στην αμμουδιά δίπλα δίπλα.

- Λοιπόν ούτε το όνομά σου δεν ξέρω.
-Είμαι η Τίνα. Εσύ;
-Ο Δημήτρης.
-Νομίζω είναι πολύ κακό όλο αυτό.
-Ποιό;
- Το ότι είμαστε άγνωστοι , σχεδόν , ίσα που γνωριζόμαστε, είναι ξημέρωμα.
-Νιώθεις αμήχανα ;
-Λίγο. 
-Τι θα ήθελες να μάθεις για εμένα για να νιώσεις πιο οικεία;
- Ό,τι θέλεις να πεις.

Έγειρε και την φίλησε. Πάντα καταλάβαινε αν έπρεπε ή όχι να κάνει κάτι. Τον φίλησε πίσω. Με πάθος. Πήγε να κατεβάσει την ράντα του φορέματός της. Τον κοίταξε ψαρωτικά. Συνέχισε. Ήταν και οι δύο λίγο πιωμένοι. Το χέρι του έσφιγγε πλέον το στήθος της. Του γρατσούνισε το σβέρκο. Άρχισε να της φιλάει τον λαιμό και να κατεβαίνει πιο χαμηλά.Την ξάπλωσε στην άμμο. Όπως ήταν στο πλάι έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της και αφαίρεσε το εσώρουχό της. Ένιωθε ήδη την λάβα που έτρεχε από μέσα της , να έχει υγράνει το εσώρουχό της. Εκείνη, τράβηξε την μπλούζα του. Το δέρμα της πλάτης του ήταν τόσο αισθησιακά απαλό. Εκείνος άρχισε να τρίβεται πάνω της και τα δύο σώματα χόρευαν παλλόμενα σε έναν ερωτικό ρυθμό. Το πρόσωπό της αποκτούσε άλλη όψη , όταν ένιωθε ευχαρίστηση.

-Σταμάτα . 
-Τι έπαθες;
-Δεν είναι σωστό.

Μάταιη η προσπάθεια. Είχαν και οι δύο παραδοθεί. Γιατί η έλξη δεν κοιτάζει λάθος και σωστό. 

"Σε θέλω" ψέλλισε και συνέχισε με περισσότερο πάθος.
"Και εγώ" αποκρίθηκε εκείνη.

Συνέχισαν μέχρι να βγουν οι πρώτες κραυγές ηδονής.Κανένας από τους δύο δεν ήθελε να σταματήσουν. Άγγιξαν την κορυφή της τρέλας μέσα στην ευχαρίστηση που ένιωθαν. Και μετά τις ντροπές ήρθε η οικειότητα.

Το καλοκαίρι έφερε έναν απροσδόκητο έρωτα που ξεκίνησε αναπάντεχα. Ίσως και σαν κάτι ασόβαρο. Η Τίνα δεν έφυγε παρά τον Σεπτέμβρη από το νησί- καθότι είχε την οικονομική δυνατότητα να μείνει και να δουλεύει εξ αποστάσεως σε ένα βαθμό.
Βλέπονταν κάθε μέρα. Τον Αύγουστο μάλιστα έμειναν μαζί.
Ήταν ένα από τα πιο όμορφα καλοκαίρια που πέρασαν.
Δέθηκαν, αγαπήθηκαν και ο έρωτας είχε διάρκεια.

Επέστρεψαν Αθήνα τον Σεπτέμβρη. Τ

ώρα - η πόλη θα δοκίμαζε την δύναμη του έρωτά τους.














1 σχόλιο: