Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Ορίστε, χαρούμενοι; | Μανώλης Τελώνης

Και τώρα που έμεινα μόνος μαζί σου, θέλω να σε ρωτήσω πώς γίνεται να είμαι μόνος μου και συνάμα μαζί σου.

Περνώντας άκουσα κάποιον να λέει «είσαι αναντικατάστατη» και χαμογέλασα.
Γιατί χαμογέλασα;

Ξεκίνησα να ρίχνω αλάτι να φύγουν τα φαντάσματα μα τώρα οι πληγές μου πονάνε περισσότερο.

Για ποιον βάζω τα καλά μου;

Τα χείλη μου υγραίνονται μόνο στη σκέψη ότι σε φιλάω. Ποια είσαι εσύ;
Η καύτρα του τσιγάρου καίει στους 400 βαθμούς, εσύ; Ποια είσαι εσύ;
Τα χέρια μου ιδρώνουν, κολλάνε και γλιστράνε. Ποια είσαι εσύ;

Γιατί τα ποτήρια έχουν πάτο; Γιατί δεν είναι σαν τα πηγάδια; Φαντάζομαι τον θάνατο του. Πνίγεται στο πηγάδι, εγώ στο ποτήρι κι εσύ στο σάλιο σου.

Όσο γρήγορα και δυνατά κι αν χτυπάν οι καμπάνες, εγώ ποτέ δεν τις ακούω να χτυπούν εύθυμα. Πρέπει να μάθω να ακούω μάλλον.

Όταν κάποιος με ακούει θέλω να σκέφτεται, όχι να τον θλίβω. Απέτυχα πάλι.

Σου πάει το μπλε, τονίζει το ''είναι'' σου.  Κάποιος από πίσω σου σε κοιτάει, μην κοιτάξεις. Γιατί κοίταξες; Καθρέφτης ήταν. Γιατί δεν ακούς;

Ο Μπουκόφσκι είχε δίκιο. Δεν είμαι συγγραφέας, ούτε ποιητής. Τι είμαι;

Ένας αλαζονικός γκρινιάρης μπάσταρδος.

 Ορίστε. Χαρούμενοι;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου