Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Με τίτλο | Γωγώ Λιανού

Και θρηνώ.
Τις περισσότερες φορές κρυφά, γι'αυτά που ποτέ δε θ'αποκτήσω.
Τα κρατώ ζωντανά
 -για λίγο μόνο-
κι ύστερα τα σκοτώνω και τα χαντακώνω πάλι στο συρτάρι.
Είναι αυτή η παλιοανάγκη για συντροφικότητα που τόσο με θλίβει.
Κι υπάρχουν πρωινά
 -φοβάμαι να πω αμέτρητα-
που η ίδια ανάγκη με καταπλακώνει
και δε μ'αφήνει να ξεμυτίσω απ'το δωμάτιο.
Και πέφτει ύστερα απότομα το βράδυ.
Εκεί, ανάμεσα στο κρεβάτι και τον τοίχο, εγώ αρνούμαι όλη τη μέρα.
Ξαναπές το.
Αρνούμαι όλη τη μέρα.
Θα διπλώσω τα ρούχα πρόχειρα και θ'ανοίξω το συρτάρι.
Ώσπου να ζήσω τη στιγμή αυτή,
η στιγμή μ'έχει κι όλας αφήσει.
Κλείνω το φως.
Ελπίζω ο Θεός σου να μη στείλει κανέναν άγγελο.
Κανέναν ανθρωπάκο με λόγια παρήγορα.
Γελιέσαι αν πιστεύεις πως καλά θα του φερθώ.
...

Μα δε σου μίλησα για εκείνες τις ώρες που βγαίνω στο μπαλκόνι.
Θα έμενες έκπληκτος αν έβλεπες πόσο ανθεκτικό ειναι το σώμα μου.
Στις πτώσεις.
Τα κόκαλά μου, παραμένουν στις θέσεις τους.
Κι αν τρέξει λίγο αίμα, κάπου κάπου, το σκουπίζω γρήγορα.
Υπάρχουν άνθρωποι που ακόμη τρομάζουν.
Το πιστεύεις;
Στις μέρες μας!
Και μετά πάλι θρηνώ.
Γι'αυτά που ποτέ δε θ'αποκτήσω.
Τα κρατώ ζωντανά κι ύστερα τα σκοτώνω
και τα χαντακώνω πάλι στο συρτάρι.
Καταλαβαίνεις πως η ζωή μου επαναλαμβάνεται γελοία.
Και είναι κρίμα.
Είναι κρίμα οι άνθρωποι να παλεύουν μ'αυτές τις συνθήκες.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου