Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Ωδή στη Χαρά( Μέρος γ΄) | Γιώργος Καλλινάκης


3ο μέρος

[...]
Ε, σου μιλάω. Ναι, μη σκέφτεσαι αν εννοώ εσένα, εσένα εννοώ. Κάτι είχες ψιλιαστεί, έτσι κι αλλιώς από την αρχή. Νόμιζες πως θα ήσουν ασφαλής, απλά διαβάζοντας;Όντως;;

Ξύπνησες.

Ο παλμός σου είναι γρήγορος. Πολύ-πολύ γρήγορος. Άνοιξε τα μάτια σου. Άνοιξε τα μάτια σου, πρέπει να προσπαθήσεις να το κάνεις. Σε έχει κατασπαράξει ο φόβος, το ξέρω, νοιώθεις το μυαλό να σε...αφήνει. Και υπήρχε η εποχή που εμπιστευόσουν το μυαλό σου, θυμάσαι;;  Σε νομίζεις μόνο. Σε νομίζεις σπασμένο. Ίσως να είναι έτσι-ίσως να τρελάθηκε ο κόσμος-ίσως και τα δύο. Ή ίσως έχεις μια πολύ κακιά μέρα κι απλά..κουράστηκες.Σκέφτεσαι πως η άγκυρα που είχες,μάλλον έχει κοπεί και τώρα είσαι απλά αφημένος απέναντι σε μια καταιγίδα, με ένα καράβι που πια δεν είσαι σίγουρος πως δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια πρόχειρη σχεδία. Αλλά πρέπει να ηρεμήσεις. Δεν σου δίνεται να χαωθείς. Έλα, άνοιξε τα μάτια σου και θα τα βρούμε όλα! Όχι; Οκ....

Άνοιξε τα μάτια σου τουλάχιστον. Άνοιξε τα μάτια σου, πρέπει να προσπαθήσεις να το κάνεις. Ξέρω πως έχεις κοκαλώσει απ’ τον τρόμο σου και νοιώθεις ασφαλής μέσα στο σκοτάδι σου αλλά είναι ψεύτικα εδώ μέσα. Δεν υπάρχουν αληθινά πράμματα, εδώ. Ασφάλεια σπλάχνο απ’ τα σπλάχνα τρόμου; Και ξέρεις, ω ναι εσύ ξέρεις, αληθινό σκοτάδι δεν υπάρχει εκεί που δεν βλέπεις τίποτα. Υπάρχει, και σου ψιθυρίζει αφού αρχίσεις να βλέπεις-και ουρλιάζει αφού αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι. Σε ψεύτικο σκοτάδι είσαι. Ψεύτη. Δεν σε βοηθάει, μη νομίζεις το αντίθετο, να παραμένεις εδώ μέσα. Άνοιξε τα μάτια σου. Όχι; Οκ...

Το βρήκα! Το ρολόι. Έχει ένα ρολόι στο βαγόνι, θυμάσαι; Συγκεντρώσου στο ρολόι. Άκου τους χτύπους του. Άφησέ τους να δονήσουν το μέσα σου. Ακολούθα τους. Μπράαβο. Γεννιούνται κύκλοι στο σκοτάδι σου. Χτύπος και κύκλος. Και οι κύκλοι μεγαλώνουν μέχρι που χάνονται. Και νέοι ξαναγεννιούνται. Όλοι πάνω στου χτύπους. Δονείσαι όλος τώρα. Κύκλοι γεννιούνται μεγαλώνουν και χάνονται. Και ξανά από την αρχή. Και με κάθε κύκλο που πεθαίνει εσύ ρουφάς ενέργεια. Και ζεσταίνεσαι. Και ζωντανεύεις. Το μυαλό σου αναριγεί από ευχαρίστηση και τα ματόκλαδά σου έχουν αρχίσει να κινούνται. Χτύπος και κύκλος. Με κάθε πρέζα ενέργειας που παίρνεις από τον θάνατο κάθε κύκλου πρέπει να δώσεις λίγη για να γεννηθεί ο επόμενος. Μη πέσεις στην παγίδα της απληστίας δεν θα βγεις απ’ το ψευτο-σκοτάδι σου ποτέ. Και σου είναι τόοοσο γλυκιά η σκέψη να κρατήσεις όλη την ενέργεια, όλη αυτή την ζωντάνια για τον εαυτό σου. Μα πρέπει να γεννηθεί ο επόμενος. Χτύπος και κύκλος.

Χτύπος και κύκλος μέχρι που τα ματόκλαδά σου τρεμοπαίζουν. Αρχίζεις και αποκτάς επαφή με τις αισθήσεις πάλι. Μετά από όχι πολύ ώρα, ανοίγεις τα μάτια σου. Και βλέπεις το ξεθωριασμένο μπεζ στο ταβάνι του βαγονιού. Έχεις ιδρώσει. Βασικά έχεις γεμίσει το προσκεφάλι σου με τον ιδρώτα σου. Προσπαθείς να μιλήσεις. Δεν μπορείς. Η ανάσα σου είναι γρήγορη. Ρουφάς αέρα λες και πνιγόσουν μέχρι και πριν λίγο. Βασικά μπορεί και να το ένοιωθες έτσι. Το προσπαθείς αλλά δεν μπορείς καν να κουνηθείς. Μ-Η-Ν αγχωθείς. Ένα-ένα. Άνοιξες τα μάτια σου. Τουλάχιστον κατάφερες αυτό. Μπορείς τουλάχιστον να δεις και την επόμενη μέρα...Συγχαρητήρια!

Τώρα σειρά έχει η μαγεία της κίνησης. Να ξεκινήσουμε με κάτι απλό; Στρίψε τα μάτια σου και δες την καλή κυρία εκεί πέρα.Τα καταφέρνεις: συνεχίζει να γράφει και να καπνίζει-όπως ακριβώς την άφησες-ο μικροκαμωμένος πουθενά. Μπράαβο!! Τώρα συγκέντρωσε την θέλησή σου στο να αισθανθείς το δέρμα στα μπράτσα του καθίσματός σου. Το νοιώθεις;; Νοιώθεις την γλίτσα αλειμμένη πάνω στο δέρμα; Ωραία!! Από ‘δω και πέρα είναι είναι τα εύκολα. Προσπάθησε να τεντώσεις το χέρι σου-όχι προς την κυρία δεν θες να την τρομάξεις, έτσι δεν είναι;-προς τα μπρος, σα να προσπαθείς να πιάσεις την θέση απέναντί σου.Τώρα γύρε, πάλι προς τα μπρος και στόχευσε απλά στο να σε κρατήσουν τα πόδια σου. Τρέμουν λίγο αλλά θα είσαι μια χαρά. Τι σου είπα;-μια χαρά! Και είναι ώρα να σηκωθείς.Επιτέλους..Τώρα με την αρχαία τεχνική‘το ένα πόδι μπροστά από το άλλο’ προσπάθησε να φτάσεις το μπάνιο και να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπό σου, φαίνεσαι χάλια. Εκεί πέρα είναι, το βλέπεις. Πέρα απ’ την καλή κυρία.

Φτάνεις στην πόρτα του μπάνιου σχετικά σταθερά, αν σκεφτείς την κατάστασή σου. Οι λάμπες φθορίου στο μπάνιο τρεμοπαίζουν. Δεν είναι καθαρά εδώ-‘μη κάτσω πολύ’σκέφτεσαι. Αν και η βρύση είναι λερωμένη, το νερό πάνω σου είναι σχεδόν λυτρωτικό. Σε βοηθάει να αφήσεις πίσω σου την αίσθηση αδυναμίας, που μέχρι πρότινος σε αγκάλιαζε γλυκά, και να αρχίσεις να σκέφτεσαι πιο καθαρά. Δυστυχώς δεν βοηθάει πολύ. ‘Πόσην ώρα ήμουν αναίσθητος;;’,‘Γιατί ήμουν αναίσθητος;;’,‘Μήπως φταίει ο Ηλικιωμένος ή εκείνος ο μικροκαμωμένος τύπος –ποιος ήταν αυτός;;’- Όχι. Δεν άρχισαν τώρα οι διαλείψεις, θυμάσαι;; Άρα το μυαλό σου αρχίζει και... κουράζεται ίσως. Αγχώνεσαι˙ πάλι. Όχι, ‘τέρμα οι τρελές σκέψεις για σένα σήμερα’ σε ηρεμείς. Κι άλλο νερό. Με δύο δάχτυλα αγγίζεις τον λαιμό σου. Συγκεντρώνεσαι στους χτύπους της καρδιά σου και προσπαθείς να τους σταθεροποιήσεις. ‘Ένα βήμα τη φορά’ σκέφτεσαι. Ψάχνεις γύρω σου μια πετσέτα να σκουπιστείς, αν και τώρα που το ξανασκέφτεσαι καλύτερα το χαρτί. Ανοίγεις την πόρτα κι ένα ψυχρό ρεύμα αέρα σε χτυπάει στο πρόσωπο.

Το άφησες να σε αγγίξει παντού και η κόπωση σιγά-σιγά αποχωρεί. Η ζεστασιά αρχίζει και ξαναμαζεύεται στα άκρα σου. Νοιώθεις ξανά ζωντάνια. Ανακτάς ξανά τον έλεγχο. Αν και είσαι στην θέση που είσαι, χαίρεσαι-λίγο!Προχωρώντας προς την θέση σου περνάς δίπλα από την θέση της κυρίας-που-γράφει. Πας να την προσπεράσεις μα δεν αντέχεις στον πειρασμό.Οπότε την πλησιάζεις. Κοντοστέκεσαι και «Σας ευχαριστώ, ήσασταν μεγάλη βοήθεια» της λες περιπαιχτικά αλλά αρκετά διακριτικά για να μη φανεί πολύ. Την περιμένεις έκπληκτη να σου απαντήσει ίσως, «Παρακαλώ;», μα γυρνάει σε κοιτάει γλυκά και σου λέει κουνώντας ευγενικά το κεφάλι της «Χαίρομαι πολύ γι’ αυτό». Καθώς το έκανε χαμήλωσε και το σημειωματάριο της, δίνοντάς σου έτσι την δυνατότητα να ξεκλέψεις μια ματιά προς τα εκεί. Και μέχρι εκείνη τη στιγμή όλα πήγαιναν, σχετικά καλά.

Σχετικά καλά, γιατί αν εξαιρέσεις την τρομακτική εμπειρία της διάλειψης και το ακόμη τρομακτικότερο αίσθημα φρίκης και αδυναμίας που επιφέρει, θα πη-μα δεν ήταν απλά αυτό-θα πήγαινες πίσω στην θέση σου και μέχρι να φτάσεις Ιουβίλη θα προσπαθούσες λογικά και ψύχραιμα να βρεις κάποια άκρη.Επίσης κατάφερες να μη χαθείς στην περιοχή-που-πεθαίνουν-σε-δέντρα-αυτοί-που-όνομα-δεν-έχουν. Ακόμη δεν χρειάστηκε να μείνεις ώρα σ’ εκείνη την κακόβουλη αποβάθρα. Οπότε για σήμερα, μέχρι τώρα σχετικά καλά! Μέχρι τώρα..Το πρόβλημα ήταν εκείνο το μαύρο βιβλιαράκι. Ή ορθότερα σε εκείνο το μαύρο βιβλιαράκι. Το όνομά σου.. Ήταν γραμμένο σε κάθε σημείο της σελίδας. Αυτό ανήκει στα πράμματα που δεν περίμενες-‘Μια Κυρά των Ματιών;;’
«Ο ΣΥΡΜΟΣ ΦΤΑΝΕΙ ΙΟΥΒΙΛΗ. ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΒΙΒΑΣΗΣ-ΕΠΙΒΙΒΑΣΗΣ» αναπαράγουν τα μεγάφωνα.

Σοβαρεύεις απότομα. Το κακέκτυπο προσπάθειας να αισθανθείς καλύτερα –η περιπαικτική σου αυτή διάθεση δηλαδή- διαλύεται˙και το καταλαβαίνει.‘Τι κάνει εδώ μια διαισθητική της Χθων;;’Κοιτάζει για μια στιγμή το τσιγάρο, ξεφυσάει ήρεμα τον καπνό και το σβήνει. Γυρίζει προς σε σένα. Με ένα γλυκό χαμόγελο τεντώνει το χέρι με το βιβλιαράκι και σου γνέφει να το πάρεις. Το ξεφυλλίζεις. Παντού η ίδια εικόνα: το όνομά σου γραμμένο, σε κάθε σελίδα. Προτού προλάβεις να μιλήσεις, σηκώνεται. Μονάχα το παρουσιαστικό της, όπως ορθωνόταν μπροστά σου, αρκούσε για να σου επιβληθεί. Με το εξωτερικό της παλάμης της σου χαϊδεύει τα μαλλιά και το αριστερό μάγουλο,ενώ σου λέει απαλά με γλυκιά πίκρα:«Γλυκό μου πλάσμα, σε κοιτώ μα δεν βλέπω αυτό που βλέπεις στον καθρέπτη. Σπασμένα κομμάτια βλέπω, θάνατο και υποχρέωση». Εκείνη η φωνή, σου έδωσε την αίσθηση πως, έκλεινε μέσα της τον πόνο κάποιου που σε ξαναβρήκε μα πρέπει να σε αφήσει πάλι˙ πρέπει να φύγει πάλι. Φτάνει να σου χαιδεύει τα χέρια. «Η αυλαία σηκώθηκε. Μη ξεχάσεις να κλείσεις την αυλαία φεύγοντας». Πιάνει απαλά το βιβλιαράκι και το παίρνει στα χέρια της. Δίχως να πάρει τα μάτια της από πάνω σου, ανοίγει το βιβλίο απευθείας στην τελευταία του σελίδα. Βγάζει από μια κρυφή σχισμή ένα φύλλο, κάποιου δέντρου που δεν ήξερες, το οποίο και τοποθετεί στο στόμα της. Κοίταξε προς τον ουρανό˙με το βλέμμα κάποιου που κατείχε την γνώση πως η ώρα ήρθε να συναντήσει τον Δημιουργό του. Και το μάσησε. Και οι συσπάσεις άρχισαν.Και συνεχίστηκαν. Και σταμάτησαν.Τότε ήταν που άρχισε να ψελλίζει,σαν προσευχή, μια φράση που για κάποιο λόγο σου ήταν εξαιρετικά οικεία-γιατί δεν θυμάσαι;;

«Το δεξί Του κόκκινο χέρι, το δεξί Του κόκκινο χέρι» άρχισε γρήγορα μα σταθερά να ψελλίζει καθώς σου γύριζε την πλάτη. «Το δεξί Του κόκκινο χέρι, το δεξί Του κόκκινο χέρι» την ίδια επαλαμβανόμενη φράση συνέχισες να ακούς μα τώρα και από μια δεύτερη γυναικεία φωνή-την ίδια μόνο πιο βραχνή. Αρχικά απόλυτα συχγρονισμένες. Μα με κάθε φράση όλο και πιο ετερογχρονισμένες. Όσο ασυγχρονίζοταν μεταξύ τους, η φωνή της γλυκιάς κυρίας εξασθενούσε κι η βραχνή κυριαρχούσε όλο και πιο πολύ. Μέχρι που ασυγχρονίστηκαν τελείως. Το σώμα έπεσε μπρούμυτα. «Το δεξί Του κόκκινο χέρι, το δεξί Του κόκκινο χέρι» άκουγες τώρα με βραχνή πια φωνή. Κάτω απο τα ρούχα, το σώμα σου έμοιαζε να τεντώνεται και παράλληλα να γίνεται λιγότερο. Συνέχισε μέχρι που σταμάτησε. Το ίδιο και η βραχνή φωνή. Και ένα υπόκωφο “ΧΤΟΥΠ-ΧΤΟΥΠ” άρχισε να ακούγεται.Το μακρύ μαύρο πανωφόρι και το μακρύ μαύρο φόρεμα είχαν σκιστεί και τώρα φαίνονταν σαν μακρυά μαύρα κουρέλια που έκρυβαν, ότι ήταν από κάτω τους. “ΧΤΟΥΠ-ΧΤΟΥΠ”. Ήσουν..η σκέψη σου σαν να είχε σταματήσει από την στιγμή που δεν κατάφερες να μιλήσεις πιο πριν, οπότε κυρίως λειτουργείς εξ ενστίκτου και πολύ διστακτικά πλησιάζεις. Με τρεμάμενο χέρι και πιο διστακτικά σηκώνεις τα κουρελιασμένα ρούχα.

Βίωσες αρκετά τρομακτικές εμπειρίες σήμερα μα μόλις κοίταξες τι κρύβεται από κάτω έπεσες βαριά, ανάσκελα στο πάτωμα. Προσπαθείς να απομακρυνθείς έρπωντας ανάσκελα. Κολλάς πίσω στα καθίσματα. Προσπαθείς να απομακρυνθείς από ένα άμορφο κομμάτι σώματος. Λίγη συγγένεια έχει αυτή η μάζα κρέατος με την επιβλητική παρουσία την Κυράς των Ματιών. Το δέρμα, είχε ξεφτίσει λες και κάποιος την είχε ξεφλουδίσει-μα δεν είχε φύγει τελείως-τα πόδια και τα χέρια είχαν σαπίσει και είχαν μαζευτεί πολύ κοντά στο υπόλοιπα σώμα και το κεφάλι έμοιαζε... έμοιαζε με κεφάλι μικρού κατσικιού. Όλα αυτά, όμως, τα έβλεπες σαν να είχαν επικαλυφθεί απο μια χοντρή μεμβράνη μαυρισμένου θολού γυαλιού-‘σαν καμμένο’. “ΧΤΟΥΠ-ΧΤΟΥΠ”. Οι ήχοι παρ’ όλα αυτά συνεχίζονταν. Ερχόντουσαν απο την κάτω πλευρά του σώματος. Από την περιοχή, μάλλον, της κοιλιάς.

Αρχίζεις να πηγαίνεις ξανά προς την μάζα κρέατος δίχως να είσαι σίγουρος τι θες να κάνεις. Προχωράς στα τέσσερα. “ΧΤΟΥΠ-ΧΤΟΥΠ”. Καθώς φτάνεις έχεις την εντύπωση πως η μάζα θα αναδύει μια απίστευτα έντονη δυσωδία, μα δεν μυρίζει καθόλου. Για κάποιο λόγο αυτό σε καθησυχάζει αρκετά. “ΧΤΟΥΠ-ΧΤΟΥΠ”. Τώρα που πλησίασες αρκετά αντιλήφθηκες πως δεν ήταν ακριβώς όπως τα είχες καταλάβει. Η μεμβράνη από ημιδιαφανές ‘γυαλί’ ήταν κάτω από το δέρμα, με το δέρμα απλά να επεκτείνεται σαν γλίτσα αλειμμένη πάνω στην μάζα. “ΧΤΟΥΠ-ΧΤΟΥΠ”. Πιάνεις τα κουρέλια και αναποδογυρίζεις το σώμα. “ΧΤΟΥΠ-ΧΤΟΥΠ”. Με τα σκισμένα ρούχα επίσης, απομακρύνεις το δέρμα-γλίτσα. Στην αρχή δεν κατάλαβες. Αφού συνειδητοποίησες τι έβλεπες κάθε ίχνος και πιθανότητα λογικής σκέψης χάθηκε. Στην περιοχή της κοιλιάς είχε διαμορφωθεί μια εσωτερική κοιλότητα με, φαινομενικά τουλάχιστον, αφύσικα μεγαλύτερο βάθος απ’ότι το υπόλοιπο σώμα. Μέσα της βρίσκονταν ένα τρομοκρατημένο κοριτσάκι το οποίο χτυπούσε τα τοιχώματα προσπαθώντας να τα σπάσει. “ΧΤΟΥΠ-ΧΤΟΥΠ”. Δεν άκουγες τίποτα εκτός από τους ήχους των χτυπημάτων αλλά φαινόταν να ουρλιάζει γιατί μπουρμπουλήθρες έσκαγαν στα τοιχώματα. Και τότε σε χτύπησε. ‘Πνίγεται’.

Κι έκανες το πρώτο πράμα που σου ήρθε στο μυαλό. Άρχισες να χτυπάς το εξωτερικό τοίχωμα της κοιλιάς-με το πρώτο χτύπημα εκκωφαντικά ουρλιαχτά άρχιζαν να βγαίνουν από το στόμα της άμορφης μάζας, μα εκείνη την στιγμή εσύ δεν άκουγες τίποτα. Χτυπούσες με όλη σου την τρέλα, προσπαθούσες μανιασμένα να σπάσεις τα τοιχώματα. Μα ήταν μάταιο, σαν να χτυπούσες σκληρό ελαστικό ήταν. Το κοριτσάκι μέσα στην κοιλότητα σιγά-σιγά σταματούσε να παλεύει. Όλο και λιγότερες μπουρμπουλήθρες έσκαγαν στα τοιχώματα. Κλαις από την ανησυχία. Βάζεις όλη σου τη μανία μα έχεις πάψει να χτυπάς. Τώρα θες να σκίσεις την κοιλιά. Τα ουρλιαχτά που βγαίνουν απ’ την μάζα δεν πια εκκωφαντικά-είναι απλά δυνατά. Τα νύχια σου προσπαθούν να ανοίξουν μια δίοδο στα τοιχώματα. Βλέπεις μικρές αμυχές. Το υγρό στο εσωτερικό της κοιλότητας αρχίζει και μαυρίζει. Αρχίζει και σου κρύβει την όραση. Τα χέρια σου κουράζονται μα συνεχίζεις εντονότερα. Τα ουρλιαχτά της μάζας δεν είναι καν ουρλιαχτά-φωνές είναι. Από τις αμυχές αρχίζει και βγαίνει πηχτό κόκκινο υγρό, σε αντίθεση με αυτό που βλέπεις μέσα στην κοιλιά σαν γκριζωπό νερό. Οι αμυχές έχουν γίνει σκισίματα. Κι άλλο, πολύ περισσότερο, κόκκινο πηχτό υγρό. Κι άλλο, πολύ περισσότερο, μαύρο νερό. Λιγότερες μπουρμπουλήθρες. Οι φωνές, σκουξίματα. Κλαις από την απελπισία. Αλυχτάς. Ξαναρχίζεις να χτυπάς-με λιγότερη δύναμη. Με τις παλάμες. Τα σκουξίματα, σιωπή.

Μαύρο νερό παντού. Κόκκινο πηχτό υγρό παντού. Είναι στο πρόσωπό σου. Σταματάς. Έχεις λαχανιάσει. Κλαις από την απογοήτευση. Δεν τα κατάφερες. Ξεσπάς σε δυνατούς λυγμούς πάνω από το σώμα. Το ψάχνεις, προσπαθώντας να βρεις σε κάποιο σημείο το κοριτσάκι. Πουθενά. Προσπαθείς να ουρλιάξεις μα δεν βγαίνει φωνή. Λυγίζεις το σώμα σου και πέφτεις στο πάτωμα. Πάνω στα κουρέλια. Τα σφίγγεις στις γροθιές σου. Τα μυρίζεις. Κάθεσαι ακίνητος. Τι σκέφτεσαι?Σηκώνεσαι στα γόνατα. Κοιτάς προς τον ουρανό˙ κάτι όμως πέφτει από τα κουρέλια. Είναι το μαύρο βιβλιαράκι. Το σηκώνεις σιγά-σιγά, σχεδόν ευλαβικά και το ανοίγεις. Είναι γραμμένο, μα καμιά απο αυτές τις λέξεις δεν είναι τ’ όνομά σου. Το ανοίγεις στην τελευταία σελίδα-βλέπεις την σχισμή μα δεν υπάρχει άλλο φύλλο μέσα. Το ανοίγεις στην πρώτη και βλέπεις κάτι σημειωμένο στο περιθώριο, πιο μαυρισμένο από τα υπόλοιπα, ‘σαν τίτλο’: «Όσα δεν κατάφερα να ουρλιάξω».






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου