Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Ωδή στη Χαρά | Γιώργος Καλλινάκης

                                                                                                               
                                                                                                                               1ο μέρος


ΠΡΟΣ ΙΟΥΒΙΛΗ

Φτάνεις στην αποβάθρα. Διάολε έχει κρύο. Κοιτάςτις ράγες. Το τρένο δεν φαίνεται. Δεν πολυβλέπεις καλά, μια κίτρινη ομίχλη σε περιορίζει. Αλλά σίγουρα τρένο δεν φαίνεται. Δεν ακούγεται καν..Λιγοστές φιγούρες βλέπεις λίγο πιο μακρυά να καπνίζουν, περιμένοντας το ίδιο τρένο. Το ξέρεις επειδή δεν υπάρχει τρένο άλλο. Και δεν αράζεις σε μια αποβάθρα, στη συγκεκριμένη αποβάθρα αν δεν περιμένεις το τρένο. Ή αν δεν περιμένεις κάποιον. Αλλά ποιος θα έρθει εδώ; Ποιος αυτοβούλως θα κατέβει σε αυτή τη στάση να επισκεφτεί αυτό το μέρος; Μπορεί να κατοικεί εδώ.. Όχι, κανείς δεν κατοικεί εδώ. Κυριολεκτικά ο σταθμός είναι στην μέση του πουθενά.

Μια κιτρινωπή ομίχλη έχει σκεπάσει τα πάντα. Καιρό τώρα. Σαν το μέρος να θέλει να κοιμηθεί, μα δεν το αφήνουν. Παντού διάσκορπα, πλαγίως του χωματόδρομου που σε έφερε εδώ, υπάρχουν γέρικα δέντρα. Ψηλά, μαύρα μες το κίτρινο της περιοχής, γέρικα, πολύ λεπτά δέντρα. Πλησιάζει μια φιγούρα. Μια ψιλή, λιγνή φιγούρα. Πολύ ψηλή. Και φοράει μαύρο κουστούμι. Κι ένα σχετικά μεγάλο μαύρο καπέλο. ‘Α, ναι!’ Ένας, κατοικεί εδώ. Ο σταθμάρχης. Αυτό το ξέρεις. Το θυμάσαι αυτό! Δεν είναι εύκολο να θυμάσαι τώρα τελευταία -Αυτές οι διαλείψεις σου φταίνε- Αλλά που;Δεν υπάρχει σταθμαρχείο. Δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο ένα ‘όρθιο’ ορθογώνιο σπιτάκι δύο και κάτι μέτρα σε ύψος και μισό σε πλάτος.

Η φιγούρα φτάνει κοντά σου. Ναι, είναι ο σταθμάρχης, όπως πολύ σωστά θυμήθηκες λίγο πριν. Σκέφτεσαι πως αν πεθάνει δεν θα σωριαστεί στο πάτωμα. Απλά, δίχως να πει πολλά, θα κατευθυνθεί προς την άκρη του χωματόδρομου και θα τελειώσει με το να υπάρχει. Και θα μείνει ακίνητος. Και θα μετατραπεί σιγά-σιγά σε δέντρο. Δέντρο όπως όλα τα υπόλοιπα που έβλεπες τις τελευταίες μέρες περπατώντας.

Σε προσπερνάει. Κάθεται δίπλα στο διάζωμα που διαχωρίζει την αποβάθρα από το τρένο. Βάζει το χέρι του στην δεξιά του τσέπη. Βγάζει ένα μαύρο κουτάκι. Με έναν περίπλοκο τρόπο, δεξιοτεχνικό που δεν ταίριαζε της νωχελικής μορφής του τεχνασμό, το άνοιξε. Κοιτάει μέσα. Κάτι σαν να σου φάνηκε να ξεπετάγεται και να τον τσιμπάει αστραπιαία στον καρπό. Μετά ξανά μέσα στο κουτί. Το ξανάβαλε στη τσέπη του.

Λεπτά αργότερα αντιλαμβάνεσαι πως η πλάτη του αρχίζει και μεγαλώνει. Βγάζει εξογκώματα. Το κουστούμι του, τεντώνεται. Πολύ. Η πλάτη του μεγαλώνει σε σημείο που καμπουριάζει. –«Να το το παρασύνθημα!»ακούς να λέει, σχεδόν από μέσα της, περιπαιχτικά, μια άλλη φιγούρα λίγο πιο πέρα..’Παρασύνθημα? Τι παρασύνθημα?’ σκέφτεσαι. ‘Σε ποιο σύνθ...’ και πριν ολοκληρώσεις την σκέψη ακούγεται από μακρυά ο ήχος της σφυρίχτρας του τρένου. ‘Όντως?’ Αλλά απ’ότι φαίνεται το κατάλαβαν και οι υπόλοιποι γιατί τους έβλεπες να μαζεύονται και από πριν το σφύριγμα του τρένου.
Το τρένο ήρθε. Σε αυτή την στάση δεν κατέβηκε κανείς. Ο σταθμάρχης σα να το ήξερε ήδη άρχισε να φεύγει προς το σπιτάκι. Επιβιβάστηκες. Πήγες να ψάξεις την θέση σου. Ήσουν σε λάθος βαγόνι, οπότε ξανακατέβηκες (πουθενά ο σταθμάρχης, βασικά παρατηρείς πως είσαι μόνος σου..φοβήθηκες λίγο) κι ανέβηκες στο σωστό, αυτή τη φορά, βαγόνι. Έψαξες την θέση σου και την βρήκες. Κάθεσαι. Μαζί σου τακτοποιούνται μάλλον και οι συνεπιβάτες σου. Κοιτάς. Δεν είναι πολλοί. Βασικά ένας. Οι θέσεις είναι ανά τέσσερις και μαζί σου στο βαγόνι κάθεται μόνο μια κυρία. Πιθανώς καθόταν από πριν γιατί καπνίζει κι βλέπεις πολλές γόπες μπροστά της. Το τρένο ξεκινάει. Ακούς την σφυρίχτρα και το τρένο ξεκίνησε πια για τα καλά.

Είσαι κουρασμένος. Πολύ κουρασμένος και νοιώθεις πως το τρένο είναι ένα ασφαλές μέρος για να κοιμηθείς. Λιγάκι. Ξαναβλέπεις γύρω σου. Άδειο, εκτός από την κυρία. Κοιτάει αφηρημένα έξω. Αρχίζεις να την παρατηρείς-υπόθεση εργασίας στο επάγγελμά σου-για να περάσει η ώρα και να χαλαρώσεις. Φοράει ένα μακρύ μαύρο πανωφόρι κι ένα μακρύ μαύρο φόρεμα. Δυσεύρετα ρούχα εδώ πέρα, οπότε έχει όνομα. Ανοίγει ένα νέο πακέτο, βγάζει ένα τσιγάρο από μέσα και το ανάβει. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο η κίνηση αυτή σου έφερε στο μυαλό το άρωμα βανίλια. Και λες και άκουσε αυτή σου την σκέψη, ξαφνικά γυρίζει το κεφάλι της. ‘Μήπως με κατάλαβε;’-Όχι, το βλέμμα της έχει καρφωθεί μπροστά. Μάλλον σκέφτηκε κάτι που την τάραξε γιατί μοιάζει φοβισμένη. Γρήγορα όμως, οι μυς του προσώπου της χαλάρωσαν και μισοχαμογέλασε. Τα μάτια της ωστόσο άλλαξαν σε κάτι άλλο. Ήταν άδεια. Ξεφυσάει τον καπνό, κοιτάει το τσιγάρο και την ακούς να αναρωτιέται «Αλήθεια; Το τελευταίο μου;». Μα υπήρχαν πολλά τσιγάρα στο πακέτο.

Σκέφτεσαι πως, καλό θα ήταν να αδειάσεις το μυαλό σου τώρα. Πρέπει να κοιμηθείς. ‘Πόσες μέρες έχω να κοιμηθώ;’ Πιάνεις το βλέμμα σου να περιπλανιέται. Αντιλαμβάνεσαι πως στην πόρτα εξόδου του βαγονιού υπάρχει ένα ρολόι. Λευκό μόνο. Βαριέσαι, αλλά αυτό είναι καλό τώρα. Θα κοιμηθείς πιο εύκολα.Χάνεσαι στις σκέψεις σου και σιγά-σιγά αποκοιμιέσαι. Ταρακουνιέσαι. Ξυπνάς. Το τρένο ακόμα προχωράει στην πορεία του. Κοιτάς έξω. Η ίδια κιτρινωπή ομίχλη πάλι. Κάτι άλλαξε. Όχι έξω. Μέσα. Είσαι μόνος σου. Ή μάλλον όχι ακριβώς μόνος σου. Απέναντι σου, δίπλα από την θέση πάνω στον διάδρομο, στέκεται όρθιος ένας κύριος. Εκτός απ’ αυτόν τα υπόλοιπα τα βλέπεις θολά. Ξεθωριασμένα. Τον κοιτάς και πρώτη εντύπωση σου κάνει το τρομακτικά μακρόστενο κεφάλι του. Φαίνεται πολύ-πολύ μεγάλος σε ηλικία.Ποια ηλικία?-το δέρμα του έχει μαζέψει πάρα πολύ, γύρω από το κόκκαλά του. Δεύτερη εντύπωση: Το τρένο κινείται. Επειδή κινείται και μάλιστα πάνω σε ράγες,τραντάζεται. Ο ίδιος όχι˙ακίνητος.

Έρχεται ο Ηλικιωμένος -ναι, αυτός είναι- Πλησιάζει.  Όσο συνεχίζεις να τον κοιτάς, αντιλαμβάνεσαι πως έχεις παγώσει στη θέση σου. Ίσως απ’ τον φόβο. Μάλλον απ’τον φόβο. Αλλά γιατί; Δεν χρειάζεται, δουλειά του είναι. Και τότε τον ακούς˙ τον ακούς να μιλάει με μια φωνή τόσο ψυχρή και απόμακρη που ναι!, τελικά είναι φόβος. Είσαι για δεύτερη φορά σωστός σήμερα! Μπράβο!!

- Είναι ώρα. Το τρένο χρειάζεται μια ιστορία.





Συνεχίζεται………….


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου