Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Μικρές Ιστορίες | Μαρία Τζιαούρη Χίλμερ



Έρωτας ατελεύτητος

1. Αύγουστος, μέρες καύσωνα, θερμοκρασία σχεδόν 40 βαθμοί. Πότιζα πίσω στην αυλή αργά το απόγευμα και το ίδιο έκανε η γιαγιούλα στο διπλανό μου σπίτι. Και ξαφνικά ακούω τις φωνές της:
-Ποιος με βρέχει με νερό;
Και βλέπω τον παππούλη άντρα της, κρυμμένο πίσω από ένα δέντρο, με το λάστιχο στραμμένο κατά πάνω της να λέει:
-Είπα να σε δροσίσω λίγο μάθκια μου! Το ζευγάρι αριθμεί σχεδόν διπλάσια ηλικία από τη θερμοκρασία εκείνης της καυτής μέρας.  Δροσίστηκα κι εγώ.

2. Μάρτιος, βράδυ Σαββάτου. Περιμένω να ξεκινήσει η θεατρική παράσταση και ψιλοβαριέμαι. Μπροστά μου, ένα ζευγάρι άνω των 60. Αυτή, ξανθιά, καλοδιατηρημένη, αρυτίδωτη, ομορφιά αφτιασίδωτη. Αυτός με ψαρά μαλλιά, σοβαρός, με κολόνια άλλης εποχής να διαβάζει το πρόγραμμα. Τη βλέπω να περνάει τα δάκτυλά της στα μαλλιά του, να του σιγοψιθυρίζει και αυτός να χαμογελά, αφτιασίδωτα. Τους χαζεύω, έρωτας ατελεύτητος. Κοιτιούνται και βλέπω στα μάτια τους το φως ενός κόσμου που θες να υπάρχεις.

3. Φεβρουάριος, μέρα βροχερή. Μπήκα στον φούρνο της γειτονιάς στις 6.30 το πρωί. Χρειαζόμουν άμεσα ένα ζεστό κουλούρι κι έναν δυνατό καφέ πριν το δρόμο για τη δουλειά, για να ξυπνήσω. Στο ταμείο μια κυρία γύρω στα 65 γνωστή στην υπάλληλο, αφού την προσφώνησε με το μικρό της όνομα.
-Καλημέρα κυρία Φοίβη. Πώς είστε; Ο κύριος Ζήνωνας;
–Καλημέρα Ελένη μου. Τα ίδια με τον Ζήνωνα, τα ίδια και εδώ. Ένα ψωμί και μια ταχινόπιττα, όπως κάθε μέρα, απάντησε ψάχνοντας ψιλά στο πορτοφόλι της για να πληρώσει. Αφού τελείωσε, γύρισε προς εμένα που περίμενα στην ουρά και μου λέει:
–Κόρη μου, κάθε πρωί του αγοράζω ταχινόπιττα, του φτιάχνω τον καφέ του και τον περιμένω να ξυπνήσει. Είμαστε 40 χρόνια παντρεμένοι. Κάθε πρωί ξυπνάω πριν τον Ζηνωνή μου και τον περιμένω να ξυπνήσει. Καλή σου μέρα κόρη μου τζαι αν είσαι παντρεμένη να ξυπνάς πριν τον άντρα σου τζαι να του ετοιμάζεις πρωινό σαν να είσαστε ερωτευμένοι. Μου χαμογέλασε κι έφυγε. Ήρθε η σειρά μου και η ταμίας μου λέει:

-Ο κύριος Ζήνωνας είναι σε κώμα χρόνια τώρα, μετά από ένα βαρύ εγκεφαλικό και η κυρία Φοίβη του αγοράζει καθημερινά μια ταχινόπιττα, κάτι που αγαπούσε πολύ. Πάει στο σπίτι, κάθεται και περιμένει να ξυπνήσει, λέγοντάς μου με σιγουριά: Ελένη μου, σήμερα θα ξυπνήσει.
Πλήρωσα βουρκωμένη, έφαγα ένα χαστούκι μαζί με το κουλούρι μου και μπήκα στο αμάξι φωνάζοντας δυνατά:
-Κύριε Ζήνωνα, ξύπνα, ξύπνα σε παρακαλώ!!!


Οι ρίζες

Η Ντανιέλα είναι από την Βουλγαρία και ζει στο νησί εδώ και τέσσερα χρόνια. Την έφερε εδώ ένας καλός κύριος για ένα καλύτερο μέλλον με καλά λεφτά. Της βρήκε δουλειά σ΄ ένα από τα σπίτια με τα κόκκινα φωτάκια αλλά του ξέφυγε. Βρέθηκε να καθαρίζει σπίτια και να ομορφαίνει κήπους.
Την πέτυχα μια μέρα στο χωράφι του πατέρα μου να ξεχορταριάζει. Έβγαζε τις ρίζες από τα αγριόχορτα, κράταγε στο χέρι το χώμα και το σκόρπιζε σαν χρυσόσκονη στη γη.
-Αγαπάς το χώμα, της είπα βλέποντάς την πως συμπεριφερόταν στο κομμάτι αυτό της γης.
-Όταν έφυγα από την Βουλγαρία όλοι μου έλεγαν να πάρω μαζί μου χώμα. Τι να το κάνω το χώμα; Σε νησί πάω, έχει και εκεί στεριά τους έλεγα. Να το φυτέψω σε γλάστρα και να το πάρω ως αναμνηστικό της πατρίδας μου; Τις ρίζες μου τις βγάζω από δω και τις παίρνω μαζί μου όπου και αν πάω. Το χώμα δε θα λείψει από τον κόσμο ποτέ. Ούτε και η λάσπη, μου είπε κρατώντας τις λασπωμένες ρίζες στα χέρια της.








Οι λεμονιές της Αντρικούς

Πριν μερικές βδομάδες «έφυγε» η Αντρικού, συγχωριανή της γιαγιάς μου και πρόσφυγας από το ΄74 στη Λεμεσό. Ζούσε μόνη τα τελευταία χρόνια σ΄ ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι στο τέρμα του δρόμου μας. Και λάτρευε τις λεμονιές της. Όταν πάγωναν αυτές από το κρύο, πάγωνε και η ίδια. Όταν έβγαινε ο ήλιος, έβγαινε και η γιαγιά, να δει τα παιδιά της, τις λεμονιές της. Τους μιλούσε όταν τις πότιζε, τους σιγοτραγουδούσε, τις ταχτάριζε σαν μωρά.  Δεν ήθελε να πάνε χαμένα κι άδικα τα ποτίσματα και οι φροντίδες της. Να μην χαθούν οι καρποί της σαν αυτούς που άφησε πίσω στο χαμένο της χωριό. Λίγες μέρες πριν φύγει την πέτυχα έξω στο λιβάδι της και τη ρώτησα για το ύψος της δικής μου λεμονιάς που με δυσκόλευε στη συγκομιδή των καρπών. «Πώς να φέρεις το δεντρόν κόρη μου στην γην, που θέλει να θωρεί τον ουρανόν; Έτσι εν τζαι οι δικές μου.»  Μετά από λίγες μέρες έμαθα ότι σταμάτησε η καρδιά της Αντρικούς και οι λεμονιές του λιβαδιού της λύγισαν τα ψηλά κλαδιά τους,  την αγκάλιασαν και την θρήνησαν από τις ρίζες τους ως τον ουρανό, για να τις θωρεί και να τις καμαρώνει από ψηλά.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου